Saturday, October 18, 2014

Αη-Γιάννης, Πήλιο


Ο απολογισμός:


 Μετά από δεκαετίες αντάμωσα πάλι με τα πιο ζεστά και χαμογελαστά πρόσωπα των αναμνήσεων. Αγκάλιασα ανθρώπους και ξανάζησα στιγμές που αγάπησα όταν ήμουν μικρή ακόμα και δεν είχα γίνει αυτό που είμαι τώρα. Το νέο ήταν ότι οι ίδιοι άνθρωποι με αναγνώρισαν αμέσως για αυτό που έγινα, με την αγάπη για αυτό που κάποτε υπήρξα, αμέσως και χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς το δισταγμό που φέρνει η ομίχλη του χρόνου. Λένε ότι οι παιδικές φιλίες και εικόνες σε ακολουθούν για πάντα. Το ένιωσα. Σαν μια αύρα από το παρελθόν που εμμένει και επιδεικτικά αποδεικνύει ότι κάποιες φορές, ανάμεσα στο τότε και το τώρα μεσολαβεί ένα μαγικό κυκλικό μονοπάτι που μπορεί να σε πάει πάλι πίσω στο ίδιο σημείο και να ξαναβρεθείς με τον εαυτό σου, όταν ακόμα είχες αφέλειες και αφέλεια.
Δες το και σα μια σθεναρή αντίσταση στην καθημερινότητα που ζούμε, όπου οι περισσότεροι θέλουν να σε σπρώχνουν μπροστά, για να δουν πόσο άτσαλα πέφτεις και σχεδόν όλοι τους δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να συναντήσουν το παιδί που ήσουν και ακόμα παίζει ανέμελα κάπου μέσα σου, γιατί έχουν χάσει εδώ και χρόνια το δικό τους.

Tuesday, October 14, 2014

Τικ


Μήπως τα ζήτησες αυτά τα μαλλιά,
Έτσι καστανά κι ατίθασα που πετάγονται;
Ήθελες μήπως με τις ώρες να σιδερώνεις
Τρίχες πεισματάρες, που δεν υπακούουν με τίποτα
Κι ας είναι του κεφαλιού σου;
Τα γονίδια, οι γονείς, ο τρόπος που ξεφύτρωσες,
To σπίτι που μεγάλωσες, σάμπως σου πήραν έγκριση;
Άδεια και βίζα για τη ζωή σου έβγαλαν όλα απο αλλού.
Ας πάψει η λογική να περιμένει δόκιμες αιτίες στο γκισέ της.
Μήπως το νόημα δεν είναι η ελεύθερη βούληση,
Αλλά τελικά πως να κάνεις την ξένη βούληση, βολή σου;
Εδώ δεν μπορείς για τα άλλα, που διάλεξες ελεύθερα, να έχεις λόγο.

Εγώ ας πούμε, ακόμα και στην κρυψώνα που έφτιαξα -προς αποφυγή των καθημερινών ακουσίων- που κουρνιάστηκα μόνη, να φτιάξω κάτι αυτόνομο, δικό μου, με βρήκαν αλλουνού εκούσια και πετσόκοψαν τα ουσιαστικά και τις προθέσεις μου. Με ηλεκτρικό πριόνι, ο δράστης και γείτονας, διάλεξε πάνω στη δημιουργική μου διάθεση να σχεδιάσει καινούργια έπιπλα για τη βεράντα του. Το αποτέλεσμα της σκέψης μου, αγνώριστο. Περισσότερο σε καθιστικό από τικ φέρνει, παρά σε ποίημα με λέξεις.

Αυτό το 'ερήμην μας', Καλαχάρι κατάντησε.
Καταλαμβάνει ένα-ένα τα 'θέλω' μας γιατί έτσι
Και ξαφνικά τα άβατά μας γίνονται κοτέτσι.



Saturday, October 11, 2014

Αγόρια γυμνασμένα με κολλητά χακί T-shirts και διάφανα πλαστικά τελάρα ανά χείρας και κορίτσια άρτι εφοδιασμένα με τα τελευταία οπλικά συστήματα που προτείνουν οι στρατηγοί της μόδας διαπληθίζονται σε μια παρωχημένη ερμηνευτική εκδοχή του "Έρωτας και Πόλεμος: όλα επιτρέπονται" επί της δημοφιλούς σκηνής της Αγίας Ειρήνης ενώ θεατές κάθε ηλικίας απολαμβάνουν τις λάγκερ και τα τσιγάρα τους σχολιάζοντας την χιλιοπαιγμένη παράσταση και αναρωτούμενοι πότε επιτέλους θα ανεβάσει σωστά Μπέκετ αυτή η πόλη με τόσους ζητιάνους να περιμένουν_


Friday, October 10, 2014

Μια φορά κι έναν καιρό,
Mα ποιος δίνει δεκάρα;
Μόνο τα φτυάρια και
Καμιά έκπτωτη νεράιδα
Με ξεπλυμένο ρίμελ,
Που αρνείται να πατήσει
Τα κατουρημένα πεζοδρόμια και να
Συνωστιστεί στα αχνισμένα τρόλεϋ,
Για να μην της τσακίσουν
Τα φτερά από κιτρινισμένο
Τούλι μπομπονιέρας
Γάμου αλληνής.

της μάνας

Τι μου έλεγες;
Σου έλεγα να μη θυμώνεις
Όταν σου θυμίζω να βάζεις
Τη ζακέτα σου.
Την άλλη νύχτα που είδες το όνειρο
Με τις τούφες που ξεκόλλαγαν σα φύλλα
Φθινοπώρου και έπεφταν στο πάτωμα,
Θυμήσου αν υπήρχε γύρω καθρέφτης.
Αν το είδωλό σου ήταν γυμνό
Μπορεί και να κρύωνες.
Ζακέτα φορούσες;
Μη μου θυμώνεις.
Ο άνθρωπος που φορά τη ζακέτα του
Κρατά τη μνήμη του ζεστή.

Τώρα που ο κόσμος φθίνει, κράτα ζεστές τις λέξεις σου.
Να αγκαλιάζεις τρυφερά τα φωνήεντα γιατί αλλιώς
Θα σου μείνουν μόνο σκληρές μάζες από σύμφωνα.
Θα μουγκαθείς.
Όποια λύπη και ο,τι λείπει, άμα πετρώνουν, όλα λίπη.
Περιττά. Κρίμα κράμα κάρμα.
Δεν είναι;

Friday, September 19, 2014

Ιουλία και Βαγγέλης


Kαλοβαλμένη, με αριστοκρατική φινέτσα, γύρω στα εξήνταπέντε. Με ελαφρύ μεηκάπ και προσεγμένο χτένισμα. Το πρόσωπό της διατηρεί ακόμα λίγο από το φως της εκθαμβωτικής ομορφιάς που πρέπει να ακτινοβολούσε στα νιάτα της. Μαζί της, δύο νέες γυναίκες γύρω στα τριάντα, που θάλεγες σε πρώτη ανάγνωση ότι είναι οι κόρες της. Η μία είναι απορροφημένη από το κινητό της, ενώ η άλλη μιλά στη γυναίκα με αφάνταστη γλυκύτητα κοιτώντας την στα μάτια που εστίαζουν ανέκφραστα κάπου στο βάθος του υποβλητικού σκηνικού της λίμνης. Τα χέρια της κυρίας είναι ακουμπισμένα πάνω στα μπράτσα της καρέκλας και τα πόδια της είναι ενωμένα. Με το αριστοκρατικό vintage καφτάνι της που θυμίζει μιαν άλλη εποχή και την ακίνητη συμμετρία του κορμιού της η παρουσία της παραπέμπει σε αιγυπτιακό άγαλμα. Η κοπέλα συνεχίζει να της μιλά τρυφερά και κάποια στιγμή της χαίδεύει το πρόσωπο απαλά, σα να θέλει να της σκουπίσει κάποιες σταγόνες ιδρώτα. Η γυναίκα δεν αντιδρά και πάλι, ενώ συνεχίζει να έχει το βλέμμα μακριά, ίσως τόσο μακριά, όσο μια άλλη ζωή, ένα κάποτε παρά ένα κάπου. Σα να ψάχνει να βρει τον ζωντανό της εαυτό, πριν από εκείνο το βράδυ που όλα πάγωσαν από ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Από τότε, φορά ένα σώμα-σκάφανδρο που ζυγίζει έναν τόνο και δεν μπορεί να ορίσει, ενόσω μπροστά απο τα μάτια της περνάνε λούπες οι αναμνήσεις, συγκεχυμένες εικόνες από πρόσωπα και σκηνές που είχε ζήσει, σε παρελθόντα χρόνο, ανεπιστρεπτί. Η Ιουλία είναι μια μαρμαρωμένη βασίλισσα. Οι δύο κοπέλες που τη συνοδεύουν είναι οι γυναίκες που προσέλαβε ο γιος της για να την προσέχουν τώρα που είναι ανήμπορη. Τις πληρώνει με τα χρήματα που διαχειρίζεται από τον τραπεζικό λογαριασμό της μάνας του και του μακαρίτη του πατέρα του. Πληρώνει και κομμώτρια που της την στέλνει μια φορά το μήνα στο σπίτι της, να της φτιάχνει τα μαλλιά και τα νύχια, για να μην τη δει αφημένη ποτέ και του ξυπνήσουν οι ενοχές. Η Ιουλία ήταν μάνα, σύζυγος και φιλόλογος και τώρα είναι μια γυναίκα θαμμένη ζωντανή σε τάφο φτιαγμένο από την ίδια της τη σάρκα. Όσο κι αν προσπαθεί να φωνάξει κανένας δεν μπορεί να την ακούσει και να καταλάβει οτι είναι ακόμα εκεί. Έχει μεγάλο θυμό, αγωνία και πανικό, αλλά το εγκεφαλικό την τιμώρησε με το να μην μπορεί ούτε καν να αντιδράσει.  Η Ιούλία ήταν πάντα αξιοπρεπής και δεν είχε ενοχλήσει ποτέ κανέναν. Τώρα, η μόνη της εμπειρία είναι η συνεχής προσβολή κατά της αξιοπρέπειάς της. Αν δεν είχε κάποια χρήματα και ο γιος της δεν είχε τύψεις, ίσως να ήταν τυχερή και να μην είχε επιζήσει.

Κάθεται με το πούρο του και το βρεγμένο του μαγιό Villebrequain, κάνοντας σήμα στο γκαρσόνι. Πείνασε μετά από τη βουτιά. Είναι γύρω στα πενηνταπέντε και έχει παχύνει. Πρέπει να αρχίσει να προσέχει, αλλά από αύριο. "Ένα κλαμπ σάντουιτς για μένα και ένα ούζο", δίνει παραγγελία στον νεαρό με τον δίσκο. Μέχρι να έρθουν, παίρνει χοντρές, χορταστικές ρουφηξιές από το Cohiba του, χωρίς να αναρωτηθεί αν ενοχλεί τους γύρω του. Μαζί του είναι μια λαϊκή τριαντάρα με μικροσκοπικό μπικίνι, Rolex και ντηζάινερ γυαλιά ηλίου, που πίνει νωχελικά το φρέντο της χαζεύοντας κάπου στο βάθος της ήρεμης λίμνης. Η δεσποσύνη αποφεύγει να κοιτάξει το δράκο που είναι αναπαυτικά θρονιασμένος δίπλα της, με τα καπνισμένα ρουθούνια και τη χοντρή κοιλιά. Θα τον αντιμετωπίσει το βράδυ, μια και καλή. Ας όψονται τα ψώνια. Όχι τα ζωντανά, εκείνα του Golden Hall. Γιατί ο Βαγγέλης είναι εκατομμυριούχος με σπίτι στην Εκάλη και δεκάδες άλλα στην Πολιτεία, την Νέα Ερυθραία, το Ψυχικό. Ήταν βλέπεις εργολάβος που με την κρίση το γύρισε σε τοκογλύφος και κοράκι, πήρε για ένα κομμάτι ψωμί τα σπίτια των νοικοκυραίων που δεν μπορούσαν να τα κρατήσουν λόγω φόρων και για να μην τους πληρώνει ο ίδιος ανέθεσε σε ειδικούς σεφ να μαγειρεύουν τα φορολογικά του, για να του βγαίνει μηδενικό εκκαθαριστικό τους οποίους φυσικά ανταμοίβει πλουσιοπάροχα (καμια σχέση με αυτά που θα έπρεπε να πληρώνει κανονικά) και έτσι έχει το κεφάλι του ήσυχο. Έχει και off shore για τα ακίνητά του. Ο Βαγγέλης ήταν από φτωχική γειτονιά και παιδί της πιάτσας. Θεωρεί θύματα όσους πάνε με τον σταυρό στο χέρι, αλλά του άρέσει να φορά έναν χρυσό στο δασύτριχο στήθος του.
Η κοπέλα που φροντίζει την Ιουλία σηκώνεται από την καρέκλα της και πλησιάζει τον Βαγγέλη και τη συνοδό του που είναι εγκαταστημένοι στο διπλανό τραπέζι. "Με συγχωρείτε, αλλά μπορείτε να σβήσετε το πούρο σας; Ξέρετε, είναι ασθενής η κυρία δίπλα", λέει ευγενικά. Ο Βαγγέλης γυρνά, την κοιτάζει από πάνω ως κάτω με ύφος υποτιμητικό και απαντά " Εδώ είναι υπαίθριος χώρος. Δε λέει πουθενά ότι απαγορεύεται το κάπνισμα. Αν ενοχλεί το πούρο μπορείτε να μετακινηθείτε". Ο Βαγγέλης έχει δίκιο. Δεν απαγορεύεται. Δεν το γράφει πουθενά.

Ο Βαγγέλης, η Ιουλία και οι τρεις χάριτες που τους συνοδεύουν χαζεύουν ταυτόχρονα το σκηνικό, πέρα στο βάθος της λίμνης, σα να παρακολουθούν το ίδιο αθέατο έργο. Ο Βαγγέλης καπνίζοντας το πούρο του και κάνοντας νοητούς υπολογισμούς, η Ιουλία λογιζόμενη φαντάσματα και οι κοπέλες μετρώντας τα λεπτά, μέχρι να περάσει η ώρα. Κι όλα αυτά με μουσική υπόκρουση το "los manolos" του Boccherini, που μεταδίδεται από τα ηχεία των εγκαταστάσεων του πολιτισμένου θερέτρου της Βουλιαγμένης.

Thursday, August 21, 2014

Hockney zen

One-three-five-seven,
All odds with the man reading a book
Under the weathered wooden pergola,
His presence getting bigger as the swimmer gets closer,
Until she can notice his pursing lips 
- sign of intense concentration-
And can read the title on the cover of his book.
Two-four-six-eight,
All evens colored in red, yellow and subtle purple 
Topping blond stalks that dance under frowning skies,
At the music of a dusky breeze,
Until they resemble the hair of a young girl
Who is flirting with the prospects of ripe summer.
Tiles, water and breathing being fleeting blue and fluttering.

Wednesday, August 20, 2014

toys


This is your legacy. Take it. You have no choice, anyway. She said that as she was handing the boy the worn out suitcase. The little hands embraced reluctantly the torn handles of the heavy load. The luggage fell on the ground making a 'stomp' sound as it touched the stoned pavement. The zipper across its cheap heavy-duty fabric had opened in a tiny smirky, ironic smile, predisposing the taker about the inheritance carried in the belly of the suitcase. The child is too young. He should not attend or open unattended, strange suitcases (he remembers hearing this from some airport speakers). He is too weak, he can't carry heavy burdens (his late father always took weight off his back-pack to protect his tender spine). He is obliged to do both now, being the sole heir in extraneous circumstances like this pacific war of militant peace, where boys are forced to be men and men are feared to be boys. Bewitched by the moment, he turns around to ask for help by the elder, but she is no longer there. She passed the burden on and then passed away, disgusted by this passive role she has been assuming ad nauseam for millennia. The boy wants toys. Toys in transparent packaging, shiny and new and in bright colored plastic made in China. The luggage is old, packaging its content in bleak austerity and hiding it in darkness. Fear comes first. Always. Curiosity takes over fear. Always. Tiny fingers slip the zipper open. Old metal goes zip-zip-zip, like a rusty toy train. Now the suitcase laughs. Top is opened by two small hands. Now suitcase has mouth open and looks hungry for the boy's innocence. Its insides are revealed. The Little Prince, St. James Bible, a yellowed photograph of couple, a pencil, an avocado and a grenade. Playtime.
Clue: you either attack, or you are under it.

Wednesday, August 06, 2014

Ανάθεση

- Θελω να μου φτιαξεις ενα πινακα. Θελω πορτοκαλί, εκείνο το πορτοκαλί του ηλιοβασιλέματος και οπωσδήποτε θαλασσα. Αλλα να ξεκιναει σπο κάπου. Κατάλαβες, να έχει κάποιο βράχο, κάποιο καράβι, θα το συζητήσουμε. Θα πληρώσω εσένα. Γιατί να πληρώσω κάποιον άλλον;
- Ε, βέβαια, εγώ θα στον φτιάξω. Ό,τι θες θα σου φτιάξω, αφού έχεις δει τους πίνακές μου. Θα είναι πολύ ωραίος για το σαλόνι σου. τα χρώματα θα τα διαλέξουμε μαζί. Θα βάλω μια βάρκα σε πρώτο πλάνο και πίσω θα είναι το ηλιοβασίλεμα. Θα σου αρέσει πολύ. Και στην τιμή θα τα βρούμε.
Η λίμνη ήταν γεμάτη εκείνο το πρωινό. Παρέες έπιναν καφέ κάτω από τις ομπρέλες, ηλικιωμένοι κολυμπούσαν στα χλιαρά νερά. Το τοπίο, αρχέγονα επιβλητικό υπογράμιζε την περατότητα της μικρής ύπαρξης ημών των ράθυμων λουομένων. Τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν για τις παραγγελίες και ο ναυαγοσώστης διέσχιζε το ξύλινο κατάστρωμα, κάνοντας την ημερομίσθια περιπολία του. Κάποια στιγμή μια γηραιά κυρία αισθάνθηκε αδιαθεσία και κόσμοας μαζεύτηκε γύρω της. Ο ναυαγοσώστης κάλεσε το γιατρό του συγκροτήματος για βοήθεια. Ο εν λόγω ειδικός βάρδιας εμφανίστηκε αμέσως με ένα αναπηρικό καροτσάκι και απέσυρε την ασθενή από την περιοχή. Ο παγωμένος καφές είχε ήδη παραδοθεί στον εναγκαλισμό του θερμόπληκτου μεσημεριού. Η παρέα στο διπλανό τραπέζι με τις εικαστικές ανησηχίες άλλαξε συζήτηση με θέμα που δεν προκαλούσε πλέον ενδιαφέρον και έτσι οι φωνές τους αντικαταστάθηκαν από την εξίσου μονότονη, λιγκετική συμφωνία των τζιτζικιών της καλοκαιρινής τους παράστασης.
Όλο το σκηνικό, με τα βράχια, τους κολυμβητές και τους παραδομένους ανακλινόμενους στον αδιάκριτα διαπεραστικό ήλιο ήταν πίνακας, παραγγελία από βαθύπλουτη ηλικιωμένη βαρώνη του βορρά, έγκλειστη σε πύργο της Σαξονίας, με εκτάρια υπέροχων ροδόκηπων βουτηγμένα στην αμείλικτη ομίχλη μιας απόκοσμης και θαμπής γεωγραφίας, σαν μάτι με καταρράκτη.

diagnosis

My Photo
i have nothing to declare, but a can of tuna