Friday, April 18, 2014

Νικόλας και Αλεξάνδρα




φωτό Ι. Ράλλη

ξανά και ξανά και ξανά

Όλοι τρώνε και πίνουν κατά τα ειωθότα, πριν σκάσουν τα κακά μαντάτα.
Δύο στους δεκατρείς μόνο έχουν γνώση: 
ο νοών -αξιοπρεπής οπαδός της ειρήνης, της ισονομίας και της αγάπης-
και ο δράστης -καιροσκόπος και προσκυνητής του χρήματος. 
Όλοι οι υπόλοιποι, πλειοψηφία ανυποψίαστη και εθελοτυφλούσα.
Μετά από την κατάδοση είναι που κόβεται η όρεξη σε όλους.
Στην αναμπουμπούλα, οι επιρρεπείς προδίδουν τις ιδεολογίες τους
και στέκονται στις ουρές για να προσεταιριστούν κενά δαιμόνια, 
ενώ η αλήθεια συλλαμβάνεται και γίνεται μπαλάκι στα χέρια των 
αξιωματούχων.
Δικαστές με βρώμικες συνειδήσεις νίπτουν τας χείρας τους 
και αποποιούνται των ευθυνών τους, ενώ κληρικοί και κυβερνητικοί
θυσιάζουν αθώους για να καλύψουν την ενοχή τους.
Έτσι, η ευκαιρία κρεμιέται όπως πάντα επί ξύλου, 
αφού πρώτα φτύσει το αίμα της στον ανήφορο της αποδόμησης.
Δεν τελειώσαμε, έχει κι άλλη προδοσία. Εκεί που φίλος απαρνιέται φίλο. 
Αυτό το σημείο ορίζει το τέλμα.
Κατόπιν τούτου, μετά από ομόφωνη
απαίτηση του κοινού έπεται λύτρωση εξ' ουρανού. 

Όπου η λογική εκτελείται στα πέντε μέτρα, η ελπίδα εφορμά από το πουθενά με τη στολή του μπάτμαν. 




Tuesday, April 15, 2014

και μετά, τι;


Ξεστομίζεται σπαθί και σκίζει τις σάρκες του ονείρου.
Τρέχουν ποτάμια τα 'θάθελα' στην ακατάσχετη ευχορραγία.
Άρωμα και υφή είχαν παλιά τα σύννεφα, τα γευόσουν
Μαλλί της γριάς, σιροπιαστά τα σούρουπα.
Πως καταντάμε έτσι οι άνθρωποι, σκοτάδια;

Τύχη-τυχη προχωράμε μη σκοντάψουμε στο τίποτα,

Με τα είπες σου και τα είπα μου.
Αραχνοϋφαντα και φτερωτά τα κεκτημένα
Είδες όμως πως πέφτουν βαριά σαν πέτρες;

Όσο ανεβάζαμε τη σκαλωσιά των λέξεων

Η σιωπή που μας ξέφευγε ανάμεσα -πυκνή σα λάσπη-
Έχτισε πύργο ματαίωσης, ανάσα/στην ανάσα/στην ανάσα.

Τους μυστικούς κωδικούς τους θυμάμαι πεντακάθαρα.

Το φυλαχτό πάλι, φοβάμαι πως μου διαφεύγει.




Obituaries
These are no pages for the young,
who are better off in one another's arms,
nor for those who just need to know
about the price of gold,
or a hurricane that is ripping up the Keys.
But eventually you may join
the crowd who turn here first to see
who has fallen in the night,
who has left a shape of air walking in their place.
Here is where the final cards are shown,
the age, the cause, the plaque of deeds,
and sometimes an odd scrap of news-
that she collected sugar bowls,
that he played solitaire without any clothes.
And all the survivors huddle at the end
under the roof of a paragraph
as if they had sidestepped the flame of death.
What better way to place a thin black frame
around the things of the morning-
the hand-painted cup,
the hemispheres of a cut orange,
the slant of sunlight on the table?
And sometimes a most peculiar pair turns up,
strange roommates lying there
side by side upon the page-
Arthur Godfrey next to Man Ray,
Ken Kesey by the side of Dale Evans.
It is enough to bring to mind an ark of death,
not the couples of the animal kingdom,
but rather pairs of men and women
ascending the gangplank two by two,
surgeon and model,
balloonist and metalworker,
an archaeologist and an authority on pain.
Arm in arm, they get on board
then join the others leaning on the rails,
all saved at last from the awful flood of life-
so many of them every day
there would have to be many arks,
an armada to ferry the dead
over the heavy waters that roll beyond the world,
and many Noahs too,
bearded and fiercely browed, vigilant up there at every prow.

Saturday, April 12, 2014






Η νέα παρτίδα homo θα μπορούσε να  χαρακτηριστεί ως μοναχικό ζώο κοινωνικής δικτύωσης. Αποσύρεται από τις παραδοσιακές κοινωνικές δραστηριότητες και τις in vivo διαπροσωπικές σχέσεις με τα άλλα μέλη του είδους του, και μόνος πλέον, από τα βάθη του καναπέ του αναμετριέται στο ημίφως για την καλύτερη ανάρτηση και το καλύτερο σκορ με τους εκατοντάδες εικονικούς του φίλους, διαμορφώνοντας μια άκρως ανταγωνιστική εικονική προσωπικότητα (που συνήθως δε φέρει καμία ομοιότητα με την πραγματική του) και συνάπτοντας φαντασιακές σχέσεις. Το αποτέλεσμα είναι η ορθογραφία του να είναι 8χρονου και οι ικανότητές τους στο διάλογο να παραπέμπει στον σπηλαιώδη βίο.
Το νέο αυτό ανθρώπινο είδος, ο homo likeus, ονομάστηκε έτσι επειδή ορίζεται αποκλειστικά από τα likes που παίρνουν τα post της ιστοσελίδας του και η διάθεσή του δρομολογείται από την επισκεψιμότητα του τοίχου του. Η ζωή του εξελίσσεται κατά 80% μέσα στην οθόνη και ό,τι συμβαίνει γύρω του στην απτή καθημερινότητα είναι αναγκαίο κακό που επιθυμεί να εξαλείψει κάποτε εντελώς, πάντα με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Ελέγχει πλήρως την εικόνα του, έτσι ώστε να παρουσιάζεται όσο έξυπνος, όμορφος και επιθυμητός θέλει. Όποιες ατέλειες έχει επιφέρει ο χρόνος  και η καθιστική ζωή πάνω του, τις διορθώνει πολύ γρήγορα και εύκολα με τον ειδικό επεξεργαστή εικόνας, το πλέον απαραίτητο όπλο του στη διαδικτυακή αναμέτρηση με το είδος του. Επίσης με αυτό τον μαγικό τρόπο μπορεί να βρίσκεται και όπου επιλέγει (από τη βαρετή Νέα Ιωνία στη συναρπαστική Νέα Υόρκη με ένα απλό crop/copy/paste). Εξ’ αιτίας της σημαντικότητας αυτού του εργαλείου, ο νέος άνθρωπος, παρ’ ολίγο να ονομαστεί από τους ειδικούς μελετητές homo photoshopius.
Όμως τα likes ορίστηκαν ως το πιο αντιπροσωπευτικό χαρακτηριστικό της καινοφανούς μετάλλαξης, γιατί καθορίζουν τόσο τη θέση του στην εικονική του κοινωνία, όσο και το θυμικό του. Όσα περισσότερα τα likes και οι φίλοι, τόσο πιο δημοφιλής, επιτυχημένος και ικανοποιημένος είναι ο homo likeus. Οι εκλεκτοί που καταλαμβάνουν την κορυφή αυτής της πυραμίδας διαμορφώνουν και ένα είδος αυλής, η οποία παγιώνει την παρουσία τους και την αναγνωρισιμότητά τους με τον υψηλό αριθμό των likes, ενώ ταυτόχρονα τα μέλη της αυλής, ανάλογα με τον αριθμό των διασημοτήτων που έχουν αποδεχτεί τη φιλία τους, χτίζουν και απολαμβάνουν με τη σειρά τους το δικό τους επίπεδο αναγνώρισης. Μια αρχετυπική συμβιωτική σχέση αλληλεξάρτησης, δηλαδή. Στον αντίποδα αυτού του συστήματος, εκείνοι που συγκεντρώνουν μικρό αριθμό likes στις αναρτήσεις τους, αναπόφευκτα γίνονται παρίες και περνούν απαρατήρητοι τόσο εντός, όσο και εκτός οθόνης. Πολλές φορές δυσκολεύονται να βρουν και εργασία, αφού ο αριθμός των φίλων και των likes αποτελούν πλέον σε κάποιες περιπτώσεις και κριτήρια πρόσληψης.  Σύνθετη και σκληρή η κοινωνία των likeus.
Mια συνεχώς αυξανόμενη υποκατηγορία του homo likeus είναι ο homo selfius likeus. Ο τελευταίος, εκτός από όλα τα παραπάνω, χαρακτηρίζεται και από τη συνεχή ανάρτηση επεξεργασμένων αυτοπορτραίτων , όπου έχουν σβηστεί οι πανάδες, έχουν γίνει επεμβάσεις στη μύτη, λιποαναρρόφηση, λεύκανση δοντιών, αύξηση ζυγωματικών, κοκ.
Είναι πολύ σύνηθες, φίλοι που ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις και εκδηλώνουν καθημερινά και ποικιλοτρόπως την κοντινότητα αναμεταξύ τους, εντός της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης, να μην αναγνωρίζουν καν ο ένας τον άλλον στο δρόμο, επειδή δεν έχουν συναντηθεί ποτέ εκτός διαδικτύου και η επεξεργασία της εικόνας τους, τους έχει καταστήσει μη αναγνωρίσιμους.
Oι πιο διάσημες κατηγορίες homo likeus της διαδικτυακής κοινωνίας είναι:
α) οι κοζάκοι, εκείνοι που καλούν τον κόσμο σε διάφορα οικολογικά και κοινωνικο-πολιτικά causes, δηλαδή σε κατ’οίκον καθιστικές διαμαρτυρίες κατά τις οποίες συγκεντρώνουν likes από τους likeus που επιθυμούν να εντάξουν και την ακτιβιστική διάσταση στο προφίλ τους.
β) οι σαντηνύστα, εκείνοι που αναρτούν τι κάνουν, που βρίσκονται, τι γράφουν και τι σκέφτονται, ανά πάσα στιγμή, για να παίρνει νόημα η νυσταλέα τους καθημερινότητα μέσα από την κοινοποίησή της κάθε παντελώς αδιάφορης λεπτομέρειας και τις εκφράσεις θαυμασμού των όποιων groupies (το ψυχικό προφίλ των τελευταίων είναι ακόμα υπό έρευνα).
γ) οι ξερόλες , που συνέχεια ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το πιο έξυπνο, το πιο δημιουργικό, το πιο πρωτότυπο, το πιο ρηξικέλευθο, το πιο γνωστικό, το πιο χιουμοριστικό σχόλιο και το μεγαλύτερο σκορ στο candy crash saga. Για αυτούς ο καθημερινός απολογισμός γίνεται σε καθαρά νούμερα τα οποία συγκρίνουν κάθε βράδυ με εκείνα των άσπονδων αντιπάλων τους, που φυσικά συγκαταλέγονται στη λίστα των φίλων.
δ) τα τρολ , που είναι τα πνεύματα αντίρρησης και παραλογισμού  ζουν και αναπνέουν για εκ του μακρόθεν τσακωμούς στα σχόλια αναρτήσεων και στα τσατ. Αυτοί είναι συνήθως κλασικοί θρασύδειλοι ή τύποι με πρόβλημα διαχείρισης θυμού, σαν εκείνους που παραβιάζουν τα στοπ και σε μουντζώνουν κι από πάνω. Μια άλλη μικρή κατηγορία των τρολ είναι κάποιοι τύποι που εμφανίζονται με άλλη ταυτότητα και στην πραγματικότητα είναι ο ανταγωνιστής σου από τη δουλειά, ή η πρώην του νυν σου.
 ε) οι λαϊκέδες, που είναι η πιο περίεργη κατηγορία. Αποτελεί τις αυλές των παραπάνω και είναι αυτοί που κάνουν  like σε ό,τι αναρτάται από τους εικονικούς opinion leaders, πριν το διαβάσουν ή το δουν καν. Μάλλον έτσι καλύπτεται η ανάγκη του να ανήκουν κάπου και να αποκτήσουν αξία ως φίλοι διασήμων.
Είναι σαφές ότι στην περίπτωση που όλοι οι likeus βρίσκονταν όλοι μαζί ως φυσικές παρουσίες σε μια μεγάλη συγκέντρωση δε θα μπορούσαν να συνεργαστούν σε κοινή ομαδική δραστηριότητα και να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, αλλά θα παρουσίαζαν και έντονα φαινόμενα στέρησης τοίχου (α-τοιχία) τα οποία θα τους οδηγούσαν σε άμεση χρήση smartphone, για να συνεχίσουν τις αναρτήσεις και τα likes, όλοι μαζί και χωριστά.
Μια χαρακτηριστική εικόνα: Aν ο homo likeus ζούσε την εποχή του Χριστού και περίμενε έξω από τον τάφο, για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι την Ανάσταση, θα έχανε το γεγονός επειδή εκείνη την ώρα θα είχε γυρίσει την πλάτη του και θα έβγαζε selfies με το κινητό του.


http://arriton.gr/sinirmoi/item/617-homo-likeus

Sunday, April 06, 2014













"soulmates" 80cm x 100cm

Monday, March 31, 2014

αλλη γορία



Γεννήθηκα θαύμα της φύσης. Το δέρμα μου ήταν βελούδινο κι ευωδιαστό σα σπάνιο ροδοπέταλο. Όλοι με πλησίαζαν σε απόσταση αναπνοής, μόνο και μόνο για να πάρουν μια βαθιά ανάσα από το άρωμά μου. Με ενοχλούσε πολύ αυτή η αδιακρισία του κόσμου, αλλά υπέμενα το κόστος της χάρης μου (ή τη χάρη του κόστους μου, δεν ξέρω ακριβώς). Το χρώμα μου συναγωνιζόταν τον ουρανό την ώρα που ο ήλιος κάνει βουτιά και κρύβεται πίσω από τον ορίζοντα. Τα μάτια μου ήταν λιμνούλες με γαλανοπράσινα νερά και ιριδίζοντα χρυσόψαρα. Κι εκεί τσαλαβουτούσαν οι περαστικοί, για να δροσιστούν. Όσο για το στόμα μου, αυτό ήταν η παπαρούνα που έφερνε την άνοιξη. Όλοι το περίμεναν να ανθίσει, για να ερωτευτούν. Γεννήθηκα έτσι, ήταν το τυχερό μου. Δεν έκανα τίποτα για να αξιωθώ να με δείχνουν οι άλλοι με το δάκτυλό τους.
Μια μέρα, καθώς γύρναγα σπίτι από την πόλη είπα να κόψω δρόμο από τα χωράφια -τα οποία παρεμπιπτόντως ήταν ολόιδια με εκείνο που ζωγράφισε ο Βαν Γκογκ στο τελευταίο του έργο- για να απολαύσω τη βόλτα μόνη, μακριά από την αδιακρισία του κόσμου. Καθώς απολάμβανα τα χρώματα και τις μυωδιές του καλοκαιριού, ένα σμήνος απο κοράκια εμφανίστηκε στον ορίζοντα -πάλι ακριβώς όπως απεικονίζονται στο έργο του ο Βαν Γκογκ- και απειλητικά σκοτείνιασαν τον ουρανό. Τόσο πολλά ήταν τα μαύρα πουλιά. Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα για να καταλάβω ότι ήμουν στόχος. Που να φανταστώ κάτι τέτοιο, αφού είναι γνωστό ότι τα κοράκια την πέφτουν μόνο στα πτώματα κι εγώ ένιωθα εξαιρετικά ζωντανή, ειδικά εκείνη τη μέρα. Όλα έγιναν ακαριαία. Το μόνο που πρόλαβα ήταν να πέσω καταγής καλύπτοντας τη μία μου πλευρά.Τα πουλιά άρχισαν να τσιμπολογάνε την εκτεθειμένη με τέτοια μανία που τα ξανθά στάχυα γύρω μου βάφτηκαν γρήγορα κατακόκκινα. Νόμιζα ότι δε θα μείνει τίποτα από μένα. Τόση ήταν η λύσσα των πουλιών. Ο φόβος με είχε παραλύσει. Δεν πονούσα γιατί οι μύτες τους έκοβαν σαν ξυράφια. Η ιδέα του πόνου όμως που θα ερχόταν ήταν ακόμα πιο τρομακτική από τον ίδιο τον πόνο. Αυτό το φονικό σκηνικό παρακολουθούσε από ψηλά ένα γεράκι που έγραφε αγέρωχα κύκλους πάνω από το χωράφι. Εκεί που περίμενα το τέλος για να ησυχάσω από τη φρίκη, εντελώς ξαφνικά, τα κοράκια πέταξαν μακρία και με εγκατέλειψαν, μισό πτώμα στη μέση του πουθενά, κίτρινο, κόκκινο και μαύρο στόχο. Το γεράκι κεντράρισε και προσγειώθηκε σα βέλος πάνω μου, κάρφωνοντας το δεξί μου μάτι με το δικό του γερακίσιο αριστερό. Εκεί σταθήκαμε μάτι με μάτι στους πέντε πόντους, κι εγώ με κομμένη την ανάσα περίμενα να περάσει το λεπτό που κράτησε δέκα χρόνια. Στη συνέχεια, το γεράκι αναδύθηκε αγέρωχα και χάθηκε στους αιθέρες από όπου είχε εφορμήσει. Τόσοι και τόσοι με κοίταζαν κάθε μέρα, κανένας ποτέ δε με είχε κοιτάξει τόσο αινιγματικά και διαπεραστικά. Ονόμασα το γεράκι μου Σωτήρη.
Τι είχε σώσει βέβαια δεν είχα ιδέα. Πόσο από μένα είχε απομείνει δεν μπορούσα να υπολογίσω. Ζαλισμένη και παραπατώντας σηκώθηκα. Η αίσθηση στο σώμα μου δεν είχε ακόμα αποκατασταθεί. Θα ερχόταν λίγο μετά μαζί με έναν αδίστακτο πόνο που θα με σάρωνε από την κορφή μέχρι τα νύχια. Για τρεις εβδομάδες ο πόνος θα ήταν ο μόνος που θα θυμόμουν. Πρόσωπα και πράγματα, όλα θολά και διάφανα σα φαντάσματα, ο πόνος συμπαγής και μονολιθικός σαν τοίχος. Όταν μετά από πολλά και πολύ επήλθε η επούλωση, ο πόνος των πληγών έδωσε τη σκυτάλη των βασανιστηριών στον πόνο της ψυχής. Η εικόνα στον καθρέφτη ήταν αμείλικτη. Ο εαυτός που τόσο αγαπούσαν και θαύμαζαν όλοι για την καθαρόαιμη ομορφιά του είχε αντικατασταθεί από ένα ημίαιμο θέαμα. έβλεπα μια εικόνα μισή από άγνωστο τέρας και μισή από την πεντάμορφη του παλιού καιρού. Η αριστερή μου πλευρά άθικτη, η δεξιά μου αγνώριστη, απάνθρωπη. Το σύνολο ακραία ανάμικτο, όπως και τα συναισθήματα που προκαλούσε. Θαυμασμός, οίκτος, φόβος, χαρά, χαρμολύπη, χαρμοτρόμος. Ούτε οι άλλοι, ούτε εγώ δεν ξέραμε τι να νιώσουμε. Στην αρχή αισθανόμουν σαν δύο. Τη μιά μέρα ξεχνιόμουν και ήμουν η όμορφη παρουσία και την άλλη ξαναθυμόμουν και κρυβόμουν. Ή απόλυτη σχιζοφρένεια και δυστυχία. Και τα δύο 'εγώ' μου ήταν το ίδιο έντονα και δεν υπήρχε περίπτωση το ένα να υπερτερήσει του άλλου και να του επιβληθεί. Με τον καιρό και μετά πολλές καθαρκτήριες πλύσεις από ολονύχτιες καταιγίδες δακρύων αποφάσισα να μην τρελλαθώ. Ο μόνος τρόπος για να το καταφέρω θα  ήταν να ενώσω τα δύο μισά μου σε ένα ολόκληρο. Να γίνω μισή συν μισή, αντί για το ένα ή το άλλο. Έτσι, η μία μου πλευρά έσερνε μαζί της την και την άλλη κάθε φορά, χωρίς να την απαρνιέται, μέχρι που μία όψη συμφιλιώθηκε με την άλλη και στη συνέχεια η όμορφη χάρισε ομορφιά στο τέρας και το τέρας έδωσε ασχήμια στην ομορφιά. Αντί για θαυμασμό ή πανικό που προκαλούσα αρχικά στους γύρω σιγά σιγά άρχισα να μην τους κάνω και τόση εντύπωση. Ξεκίνησαν να με συνηθίζουν και να με αντιμετώπιζουν όλο και με λιγότερη περιέργεια. Δεν με έδειχναν πια με το δάτυλο. Έγινα οικεία, κοινότοπη, καθημερινή, περαστική, ώσπου μια μέρα ανακατεύτηκα γλυκά μαζί τους και χάθηκα παρήγορα μέσα στο αδιάφορο πλήθος.
Σήμερα, αν με δεις, δε θα σταθεί η ματιά σου πάνω μου ούτε για μισό λεπτό. Η ομορφιά και η ασχήμια μου αγκαλιάζουν η μία την άλλη σε ένα αδιάφορο, ανώδυνο αποτέλεσμα, που με συγκαταλέγει στον χρυσό μέσο όρο.
Ακόμα φοβάμαι τα κοράκια. Έχω μια προσελάνινη κούπα με δύο ζωγραφισμένα πολύ ρεαλιστικά, για να εξορκίζω τη μέρα που έγινα μισή-μισή. Κάθε μέρα πίνω καφέ και τα κοιτάω στα μάτια. Όπως με κοίταξε ο Σωτήρης εκείνο το ένα δεκάχρονο λεπτό. Ποτέ δε θα μάθω γιατί αποφάσισε να μου χαρίσει τη ζωή. Αλλά τουλάχιστον ξέρω ότι μου την είχε χαρίσει.



Friday, March 28, 2014

το θαύμα της στρουθοκαμήλου





Η ταχυδακτυλουργική ταχυφαγία (ΤΤ) είναι η νέα τροφή θετικής σκέψης.
Αποφεύγεται κάθε επεξεργασία και η εξής διαδικασία απαιτείται:
μηδέν ανάλυσις/άμεση λήψις/αυτόματη πέψις.
Όλοι στην ουρά, καταπίνετε αμάσητα το θαύμα και μετανοείτε!
(Πετάει ο γάϊδαρος; άμα το λέει ο ειδήμων ζωολόγος, εννοείται)

Η έρευνα τρέφεται με τον χρόνο που φροντίσαν να μην έχω.
Ας αποφανθούν λοιπόν οι ειδικοί για αλλόκοσμα και κοσμικά,
Όσο εγώ στον τροχό του χοιριδίου καθημερινά θα τρέχω.
Δεν έχω λόγο να μην παραδίδομαι σε τόσα έγκριτα διδακτορικά.
(Αρκεί να μπορώ να αγοράζω καινούργια nike, αυθεντικά)

Το 'ερευνάτε τας γραφάς' είναι για τους διαπιστευμένους.
Εσύ, πίστευε και μη ερεύνα, γιατί έπεσε δουλειά πολλή
Και η αμφισβήτηση φυλακίζει στο περιθώριο τους κολασμένους.
Το να είσαι παρίας και αντιρρησίας σήμερα, είναι επικίνδυνη εκδοχή.
(άκους τι σου λένε και κάθεσαι στ'αυγά σου, τέτοια δύσκολη εποχή)

Κάτω από το σεντόνι, ο περίπλοκος μηχανισμός κινεί
κρυφά τα γρανάζια της pret a porter 'μαγείας'.
Και οι δυο το ξέρουμε,  αλλά συμφωνούμε να μη μιλάμε για κοινή λογική.
Βολικά σιωπούμε, ασφαλώς, στου θεάτρου σκιών τη νηνεμία.
(Κι αυτή η omerta μας είναι μια άλλη περίπλοκη ιστορία)

Wednesday, March 26, 2014

diagnosis

My Photo
i have nothing to declare, but a can of tuna