Friday, September 19, 2014

Ιουλία και Βαγγέλης

Kαλοβαλμένη, με αριστοκρατική φινέτσα, γύρω στα εξήνταπέντε. Με ελαφρύ μεηκάπ και προσεγμένο χτένισμα. Το πρόσωπό της διατηρεί ακόμα λίγο από το φως της εκθαμβωτικής ομορφιάς που πρέπει να ακτινοβολούσε στα νιάτα της. Μαζί της, δύο νέες γυναίκες γύρω στα τριάντα, που θάλεγες σε πρώτη ανάγνωση ότι είναι οι κόρες της. Η μία είναι απορροφημένη από το κινητό της, ενώ η άλλη μιλά στη γυναίκα με αφάνταστη γλυκύτητα κοιτώντας την στα μάτια που εστίαζουν ανέκφραστα κάπου στο βάθος του υποβλητικού σκηνικού της λίμνης. Τα χέρια της κυρίας είναι ακουμπισμένα πάνω στα μπράτσα της καρέκλας και τα πόδια της είναι ενωμένα. Με το αριστοκρατικό vintage καφτάνι της που θυμίζει μιαν άλλη εποχή και την ακίνητη συμμετρία του κορμιού της η παρουσία της παραπέμπει σε αιγυπτιακό άγαλμα. Η κοπέλα συνεχίζει να της μιλά τρυφερά και κάποια στιγμή της χαίδεύει το πρόσωπο απαλά, σα να θέλει να της σκουπίσει κάποιες σταγόνες ιδρώτα. Η γυναίκα δεν αντιδρά και πάλι, ενώ συνεχίζει να έχει το βλέμμα μακριά, ίσως τόσο μακριά, όσο μια άλλη ζωή, ένα κάποτε παρά ένα κάπου. Σα να ψάχνει να βρει τον ζωντανό της εαυτό, πριν από εκείνο το βράδυ που όλα πάγωσαν από ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Από τότε, φορά ένα σώμα-σκάφανδρο που ζυγίζει έναν τόνο και δεν μπορεί να ορίσει, ενόσω μπροστά απο τα μάτια της περνάνε λούπες οι αναμνήσεις, συγκεχυμένες εικόνες από πρόσωπα και σκηνές που είχε ζήσει, σε παρελθόντα χρόνο, ανεπιστρεπτί. Η Ιουλία είναι μια μαρμαρωμένη βασίλισσα. Οι δύο κοπέλες που τη συνοδεύουν είναι οι γυναίκες που προσέλαβε ο γιος της για να την προσέχουν τώρα που είναι ανήμπορη. Τις πληρώνει με τα χρήματα που διαχειρίζεται από τον τραπεζικό λογαριασμό της μάνας του και του μακαρίτη του πατέρα του. Πληρώνει και κομμώτρια που της την στέλνει μια φορά το μήνα στο σπίτι της, να της φτιάχνει τα μαλλιά και τα νύχια, για να μην τη δει αφημένη ποτέ και του ξυπνήσουν οι ενοχές. Η Ιουλία ήταν μάνα, σύζυγος και φιλόλογος και τώρα είναι μια γυναίκα θαμμένη ζωντανή σε τάφο φτιαγμένο από την ίδια της τη σάρκα. Όσο κι αν προσπαθεί να φωνάξει κανένας δεν μπορεί να την ακούσει και να καταλάβει οτι είναι ακόμα εκεί. Έχει μεγάλο θυμό, αγωνία και πανικό, αλλά το εγκεφαλικό την τιμώρησε με το να μην μπορεί ούτε καν να αντιδράσει.  Η Ιούλία ήταν πάντα αξιοπρεπής και δεν είχε ενοχλήσει ποτέ κανέναν. Τώρα, η μόνη της εμπειρία είναι η συνεχής προσβολή κατά της αξιοπρέπειάς της. Αν δεν είχε κάποια χρήματα και ο γιος της δεν είχε τύψεις, ίσως να ήταν τυχερή και να μην είχε επιζήσει.
Ο Βαγγέλης κάθεται με το πούρο του και το βρεγμένο του μαγιό Villebrequain, κάνοντας σήμα στο γκαρσόνι. Πείνασε μετά από τη βουτιά. Είναι γύρω στα πενηνταπέντε και έχει παχύνει. Πρέπει να αρχίσει να προσέχει, αλλά από αύριο. "Ένα κλαμπ σάντουιτς για μένα και ένα ούζο", δίνει παραγγελία στον νεαρό με τον δίσκο. Μέχρι να έρθουν, παίρνει χοντρές, χορταστικές ρουφηξιές από το Cohiba του, χωρίς να αναρωτηθεί αν ενοχλεί τους γύρω του. Μαζί του είναι μια λαϊκή τριαντάρα με μικροσκοπικό μπικίνι, Rolex και ντηζάινερ γυαλιά ηλίου, που πίνει νωχελικά το φρέντο της χαζεύοντας κάπου στο βάθος της ήρεμης λίμνης. Η δεσποσύνη αποφεύγει να κοιτάξει το δράκο που είναι αναπαυτικά θρονιασμένος δίπλα της, με τα καπνισμένα ρουθούνια και τη χοντρή κοιλιά. Θα τον αντιμετωπίσει το βράδυ, μια και καλή. Ας όψονται τα ψώνια. Όχι τα ζωντανά, εκείνα του Golden Hall. Γιατί ο Βαγγέλης είναι εκατομμυριούχος με σπίτι στην Εκάλη και δεκάδες άλλα στην Πολιτεία, την Νέα Ερυθραία, το Ψυχικό. Ήταν βλέπεις εργολάβος που με την κρίση το γύρισε σε τοκογλύφος και κοράκι, πήρε για ένα κομμάτι ψωμί τα σπίτια των νοικοκυραίων που δεν μπορούσαν να τα κρατήσουν λόγω φόρων και για να μην τους πληρώνει ο ίδιος ανέθεσε σε ειδικό γραφείο να μαγειρεύει τα φορολογικά του, για να του βγαίνει μηδενικό εκκαθαριστικό. Πληρώνει βέβαια πάγιο πλουσιοπάροχο, αλλά καμία σχέση με αυτά που θα έπρεπε να πληρώνει κανονικά και έτσι έχει το κεφάλι του ήσυχο. Έχει και off shore για τα ακίνητα. Ο Βαγγέλης ήταν από φτωχική γειτονιά και παιδί της πιάτσας. Θεωρεί θύματα όσους πάνε με τον σταυρό στο χέρι, αλλά του άρέσει να φορά έναν χρυσό στο δασύτριχο στήθος του.
Η κοπέλα που φροντίζει την Ιουλία σηκώνεται από την καρέκλα της και πλησιάζει τον Βαγγέλη και τη συνοδό του στο διπλανό τραπέζι. "Με συγχωρείτε, αλλά μπορείτε να σβήσετε το πούρο σας; Ξέρετε, είναι ασθενής η κυρία δίπλα",  λέει ευγενικά. Ο Βαγγέλης γυρνά, την κοιτάζει από πάνω ως κάτω με ύφος υποτιμητικό και απαντά " Εδώ είναι υπαίθριος χώρος. Δε λέει πουθενά ότι απαγορεύεται το κάπνισμα. Αν ενοχλεί το πούρο μπορείτε να μετακινηθείτε". Ο Βαγγέλης έχει δίκιο. Δεν απαγορεύεται. Δεν το γράφει πουθενά.
Ο Βαγγέλης, η Ιουλία και οι τρεις χάριτες που τους συνοδεύουν χαζεύουν ταυτόχρονα το σκηνικό, πέρα στο βάθος της λίμνης, σα να παρακολουθούν το ίδιο αθέατο έργο. Ο Βαγγέλης καπνίζοντας το πούρο του και κάνοντας νοητούς υπολογισμούς, η Ιουλία λογιζόμενη φαντάσματα και οι κοπέλες μετρώντας τα λεπτά, μέχρι να περάσει η ώρα. Κι όλα αυτά με μουσική υπόκρουση το "los manolos" του Boccherini, που μεταδίδεται από τα ηχεία των εγκαταστάσεων του πολιτισμένου θερέτρου της Βουλιαγμένης.



Thursday, August 21, 2014

Hockney zen

One-three-five-seven,
All odds with the man reading a book
Under the weathered wooden pergola,
His presence getting bigger as the swimmer gets closer,
Until she can notice his pursing lips 
- sign of intense concentration-
And can read the title on the cover of his book.
Two-four-six-eight,
All evens colored in red, yellow and subtle purple 
Topping blond stalks that dance under frowning skies,
At the music of a dusky breeze,
Until they resemble the hair of a young girl
Who is flirting with the prospects of ripe summer.
Tiles, water and breathing being fleeting blue and fluttering.

Wednesday, August 20, 2014

toys


This is your legacy. Take it. You have no choice, anyway. She said that as she was handing the boy the worn out suitcase. The little hands embraced reluctantly the torn handles of the heavy load. The luggage fell on the ground making a 'stomp' sound as it touched the stoned pavement. The zipper across its cheap heavy-duty fabric had opened in a tiny smirky, ironic smile, predisposing the taker about the inheritance carried in the belly of the suitcase. The child is too young. He should not attend or open unattended, strange suitcases (he remembers hearing this from some airport speakers). He is too weak, he can't carry heavy burdens (his late father always took weight off his back-pack to protect his tender spine). He is obliged to do both now, being the sole heir in extraneous circumstances like this pacific war of militant peace, where boys are forced to be men and men are feared to be boys. Bewitched by the moment, he turns around to ask for help by the elder, but she is no longer there. She passed the burden on and then passed away, disgusted by this passive role she has been assuming ad nauseam for millennia. The boy wants toys. Toys in transparent packaging, shiny and new and in bright colored plastic made in China. The luggage is old, packaging its content in bleak austerity and hiding it in darkness. Fear comes first. Always. Curiosity takes over fear. Always. Tiny fingers slip the zipper open. Old metal goes zip-zip-zip, like a rusty toy train. Now the suitcase laughs. Top is opened by two small hands. Now suitcase has mouth open and looks hungry for the boy's innocence. Its insides are revealed. The Little Prince, St. James Bible, a yellowed photograph of couple, a pencil, an avocado and a grenade. Playtime.
Clue: you either attack, or you are under it.

Wednesday, August 06, 2014

Ανάθεση

- Θελω να μου φτιαξεις ενα πινακα. Θελω πορτοκαλί, εκείνο το πορτοκαλί του ηλιοβασιλέματος και οπωσδήποτε θαλασσα. Αλλα να ξεκιναει σπο κάπου. Κατάλαβες, να έχει κάποιο βράχο, κάποιο καράβι, θα το συζητήσουμε. Θα πληρώσω εσένα. Γιατί να πληρώσω κάποιον άλλον;
- Ε, βέβαια, εγώ θα στον φτιάξω. Ό,τι θες θα σου φτιάξω, αφού έχεις δει τους πίνακές μου. Θα είναι πολύ ωραίος για το σαλόνι σου. τα χρώματα θα τα διαλέξουμε μαζί. Θα βάλω μια βάρκα σε πρώτο πλάνο και πίσω θα είναι το ηλιοβασίλεμα. Θα σου αρέσει πολύ. Και στην τιμή θα τα βρούμε.
Η λίμνη ήταν γεμάτη εκείνο το πρωινό. Παρέες έπιναν καφέ κάτω από τις ομπρέλες, ηλικιωμένοι κολυμπούσαν στα χλιαρά νερά. Το τοπίο, αρχέγονα επιβλητικό υπογράμιζε την περατότητα της μικρής ύπαρξης ημών των ράθυμων λουομένων. Τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν για τις παραγγελίες και ο ναυαγοσώστης διέσχιζε το ξύλινο κατάστρωμα, κάνοντας την ημερομίσθια περιπολία του. Κάποια στιγμή μια γηραιά κυρία αισθάνθηκε αδιαθεσία και κόσμοας μαζεύτηκε γύρω της. Ο ναυαγοσώστης κάλεσε το γιατρό του συγκροτήματος για βοήθεια. Ο εν λόγω ειδικός βάρδιας εμφανίστηκε αμέσως με ένα αναπηρικό καροτσάκι και απέσυρε την ασθενή από την περιοχή. Ο παγωμένος καφές είχε ήδη παραδοθεί στον εναγκαλισμό του θερμόπληκτου μεσημεριού. Η παρέα στο διπλανό τραπέζι με τις εικαστικές ανησηχίες άλλαξε συζήτηση με θέμα που δεν προκαλούσε πλέον ενδιαφέρον και έτσι οι φωνές τους αντικαταστάθηκαν από την εξίσου μονότονη, λιγκετική συμφωνία των τζιτζικιών της καλοκαιρινής τους παράστασης.
Όλο το σκηνικό, με τα βράχια, τους κολυμβητές και τους παραδομένους ανακλινόμενους στον αδιάκριτα διαπεραστικό ήλιο ήταν πίνακας, παραγγελία από βαθύπλουτη ηλικιωμένη βαρώνη του βορρά, έγκλειστη σε πύργο της Σαξονίας, με εκτάρια υπέροχων ροδόκηπων βουτηγμένα στην αμείλικτη ομίχλη μιας απόκοσμης και θαμπής γεωγραφίας, σαν μάτι με καταρράκτη.

Sunday, July 27, 2014

εκτέλεση



Με τα χείλη της μπορούσε να κρατήσει περίστροφο και με την κλειτορίδα της να τραβήξει τη σκανδάλη. Τέτοια εκτελεστική δύναμη είχε το πράμα της. Όποτε βρίσκονταν στο υγρό υπόγειο καταφύγιό τους και ορμούσαν σαν αρπακτικά ο ένας στον άλλον, κατέληγαν ημιθανείς και πιο ζωντανοί από κάθε προηγούμενη φορά κι από ποτέ, ο ένας πάνω στον άλλο σαν πτώματα σε ομαδικό τάφο. Εκείνη, στο πάτωμα πνιγμένη στον ιδρώτα της κι εκείνος από πάνω της να φτύνει σφραγίσματα. Μετά από την ανάνηψη, τα περιχαρή ανθρώπινα ράκη έβγαιναν στο πεζοδρόμιο, περπατούσαν με τη βία στα δύο -κάποιες φορές ξεπρόβαλαν και στα τέσσερα- σε κατάσταση προπατορική κι αρχέγονη κι' έπαιρναν τους δρόμους τους, ο ένας στην ανατολή του κι η άλλη στη δύση της. Εκείνος μια μέρα ανέτειλε αλλού, μακριά της. Κι από τότε έγιναν ήλιος και σελήνη, για να μη ξανασυναντηθούν οι δρόμοι τους ποτέ. Με τον καιρό αυτός έβαλε και καινούργια σφραγίσματα και εμφυτεύματα και καινούργια μαλλιά. Αγόρασε και όλα τα απαραίτητα προσθετικά πέους, τετρακύλινδρα και δεκαεξαβάλβιδα γιατί έβγαλε πολλά λεφτά από τότε που μπήκε στο σύστημα που παλιά καταριόταν. Το υπηρέτησε πιστά και εκείνο του ανταπέδωσε την πίστη του με τόκους και μπόνους. Γνώρισε κάποια στιγμή και την αεροσυνοδό του σε μια υπερατλαντική πτήση, την παντρεύτηκε και την παρακολουθούσε να φουσκώνει σαν μπαλόνι μετά από τα δύο παιδιά και την πρόωρη συνταξιοδότηση. Σιγά-σιγά άρχισε να κλείνεται όλο και περισσότερο στην τουαλέτα του σπιτιού του. Αρχικά για να κάνει τους λογαριασμούς και να λύνει τα προβλήματα της καθημερινότητας με την ησυχία του και στη συνέχεια, για να αποφεύγει την αλήθεια που επέλεξε να ζει. Τα πρώτα χρόνια περνούσε εκεί μέσα μια ώρα, μέχρι που σταδιακά η μία ώρα έγινε το απέξω και οι άλλες εικοσιτρείς το μέσα. Δυσπεψία, δυσεντερία, δυσκοιλιότητα, όλο κάτι σε δύς- ήταν η δικαιολογία του, που στο τέλος έγινε αρρώστια αληθινή και ανίατη. Εκεί που καθόταν στη λεκάνη του μια μέρα, αναπόλησε την εκτελέστριά του. Καλύτερα να είχε πάει μια ώρα αρχύτερα από το πιστόλι της. Εκείνη, μια μέρα που κοίταζε τη δύση και αναρωτιόταν για τη ματαιότητα της επιθυμίας της φύσης για τη συνεχή αυτή επανάληψη, έδυσε εντελώς ξαφνικά με αναπάντητο το ερώτημα και χωρίς να την πάρει κανείς χαμπάρι. Ούτε που επιθύμησε να την αναζητήσει ποτέ κανένας.
Μετά από μόλις ένα δισεκατομμύριο χρόνια, ο ήλιος βαρέθηκε τα πηγαινέλα του.


Κακομαθημένη οπως ήταν, είχε τους άντρες της ζωής της πάντα στο τιμόνι, ενώ εκείνη ξαπλωμένη πίσω ή στη θέση του συνοδηγού, ονειροπολούσε χαζεύοντας τον μεσημεριανό ήλιο του καλοκαιριού να γράφει τις νότες του στα καλώδια της ΔΕΗ. Ετσι συνέθετε στο δικό της πεντάγραμμο με το κλειδί του sol, τη νοητή μουσική υπόκρουση των διακοπών της. Άλλες φορές το μυαλό της έτρεχε πάνω στην προστατευτική μπάρα του αυτοκινητόδρομου με τα φανταστικά του πατίνια, πηδούσε από το ένα διαχωριστικό στο άλλο και ανταγωνιζόταν το αυτοκίνητα, για να φτάσει πρώτη στον προορισμό. Πάντα διακοσμητική, με αυτοματοποιημένες κινήσεις στα διόδια και πασπαρτού αποκρίσεις που δήλωναν την παρουσία της και δικαιολογούσαν τις δίκλινες κρατήσεις στα θερινά καταλλύματα. Αλλά έτσι δεν καλύπτονται οι συνθηκες του κάθε επερχόμενου χειμώνα. Ήταν, βλέπεις, τζιτζίκι. Ας πρόσεχε.

Monday, July 14, 2014



The moon is hauling at neighborhood dogs; they are silently creeping under kitchen tables.
Lonely skyball rolled -no pupil in sight-- has human eyes transfixed on its celestial frenzy.
My omelette has the color and all the necessary canyons and crevices to match its lunar prototype.
It is ready to be devoured by a hungry family of werewolves with eyes rolling at deliciousness.
No pupils, either.


Thursday, July 10, 2014

a walk on the wild side


Ο αρκούδος Αη-βασίλης κρεμάστηκε από τη ζώνη του στο άδειο οικόπεδο, γιατί του υπενθύμισαν ακόμα μια φορά ότι είναι συμβασιούχος και ότι η απασχόλησή του θα είναι εποχιακή και φέτος. Το εμπρηστικό κόκκινο της στολής του βγάζει μάτι και βάζει φωτιά στα ξερά χόρτα. Ένα ταξί σταματά στη μέση του δρόμου, για να μπορέσω να βγάλω μια καλή φωτογραφία του αυτόχειρα. Take a walk on the wild side, προτείνει ο μακαρίτης από τα ηχεία του απέναντι καφενείου, επειδή το μεγαλύτερο ταλέντο του ήταν να βρίσκεται πάντα στο σωστό μέρος, τη σωστή ώρα. Ο πεζόδρομος είναι μια μεταποκαλυπτική φουάρ που παρουσιάζει τις τελευταίες δημιουργίες των επιζησάντων ταλέντων και τις μεταλλαγμένες ιδέες τους. Τελικά τα ξεκοιλιασμένα κτίρια έχουν όλα υπέροχα τατουάζ στα κουφάρια τους. Ένα μωρό αποκοιμιέται στους ήχους τοπικού νανουρίσματος, σύνθεση από βωμολοχίες χούλιγκαν και πολιτικές διαμαρτυρίες κατοίκων. Καδρόνια ακινητοποιούν παντζούρια που δεν έχουν καμία πρόθεση να ανοίξουν, ούτε από μέσα, ούτε από έξω. Απελπισμένο 'ενοικιάζεται' είναι κολλημένο λυσσαλέα σε μπαλκονιού με μονωτική ταινία λες και είναι φτιαγμένο από μολύβι αντί για χαρτί. Αστική πληγή με γάζες και χανζαπλάστ. Καλύτερα δεν μπορούσε ο ιδιοκτήτης να συμβολίσει την απόγνωσή του για το παρόν ακίνητο και το ακίνητο παρόν του. Στο υπόγειο κενοτάφιο της ίδιας πολυκατοικίας, μαύρα κάγκελα, σκοτάδια και μια επιγραφή 'γραφείο τελετών από το 1910'. Η είσοδος για τον Άδη είναι απροσπέλαστη, αν και υπόσχεται "ανοιχτά όλο το 24ωρο" (ποιου αιώνα όμως δε διευκρινίζει). Όπως και να'χει, οι εκλιπόντες θα πρέπει να περιμένουν σε αυτό εδώ το πουργκατόριο πριν αναπαυθούν σε τόπο χλοερό. Πιο κάτω η στενή είσοδος μιας πολυκατοικίας είναι σχεδόν χτισμένη από τα υπάρχοντα ενός άστεγου. Στο αυτοσχέδιο κρεβάτι πάνω στα σκαλιά της εισόδου κοιμάται ο ίδιος με γυρισμένη την πλάτη στο δρόμο και ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο. Στον πρώτο όροφο μια επιγραφή "μαθήματα γιόγκα" και φώτα ανοιχτά. Υπάρχει πιο σουρεαλιστικό πράγμα από την αμοντάριστη πραγματικότητα; Σούρουπο και τα μπαράκια έχουν αρχίσει να στολίζουν τα τραπέζια με διακοσμητικά κεριά για πιο σέξυ ατμόσφαιρα. Μια μεγάλη παρέα πίνει και διασκεδάζει στους "Χάρτες" ακριβώς απέναντι από τον κοιμισμένο άστεγο της εισόδου. Και η μεν και ο δε αποδέχονται ο ένας την παρουσία του άλλου, αγνοώντας την πλήρως. Περίληψη της σύγχρονης κοινωνίας δηλαδή. Τρία μέτρα πιο κάτω, στον πεζόδρομο της Βαλτετσίου έφηβοι με μπύρες κάθονται ανακούρκουδα στη μέση του πεζόδρομου ή στέκονται με τις πλάτες στους τοίχους ακούγοντας μουσική. Δυο-τρεις χορεύουν κιόλας. Έντονα, ολοζώντανα χρώματα και όμορφες εικόνες αναμειγνύονται με την οσμή ούρων και την ταγγιασμένη υγρασία του καύσωνα. Ένα χέρι με τσιγάρο στα ακροδάχτυλα δραπετεύει από το γυναικείο σώμα που συνοδεύει και κρέμεται αποκαμωμένο από το ανοιχτό παράθυρο μιας παμπ. Η ζέστη είναι πάντα υπαίτια για απεγνωσμένες αποδράσεις, μέχρι και εν βρασμώ εγκλήματα.
"Κοπελιά, μην περνάς από εκεί. Είναι η τουαλέτα της κοπέλας",  με προειδοποιεί ένας ντόπιος, τη στιγμή που πάω να περάσω ανάμεσα από δύο κάδους σκουπιδιών. Γύρισα να κοιτάξω την κοπέλα που μου έδειξε ο τύπος. Ψηλή, όμορφη πολύ, με μαύρες πατούσες, μια μεγάλη μελανιά στο μπούτι σε σχήμα πετάλου, ξαπλωμένη στη γωνία μια εσοχής του πεζοδρομίου, πάνω σε μια μεγάλη χαρτόκουτα ανοιχτή έτσι ώστε να φτιάχνει κεφαλάρι, ακίνητη με τα μάτια να εστίαζουν στο πουθενά. Δίπλα της, αυτοσχέδιο κομοδίνο με το Lifo, ένα ποτήρι νερό και κάτι προσωπικά αντικείμενα, ακουμπισμένα στη σειρά σα στρατιωτάκια. Από την άλλη μεριά του εικονικού υπνοδωματίου της υπήρχαν τρεις κούτες εν είδει συρταριέρας. Η γεωμετρία του χάους της μου επιτέθηκε πιάνοντάς με εξαπήνης. Ένα-ένα πέταξε τα στιλέτα της -τα 'πως' και 'τι' της προσωπικής της ιστορίας- και με ακινητοποίησε στο διάβα μου με εικόνες από το παρελθόν της, όταν το κρεβάτι της στο δωμάτιο του πατρικού κοίταζε ανατολή και είχε το κομοδίνο στα αριστερά γιατί είναι αριστερόχειρας, όσο κι αν στο σχολείο την πίεζαν να γράφει με το δεξί. Από τότε που τσακωνόταν με τους γέρους της και διάβαζε free press πριν κοιμηθεί καπνίζοντας κρυφά κάτω από τα σκεπάσματα,  η μεσαία κόρη, η μέτρια, το παιδί σάντουιτς, η ίδια 20χρονη Παρθένος που συνεχίζει και σήμερα να είναι τελειομανής και υστερική με την τάξη, όπως ακριβώς περιγράφει το ζωδιό της. Τώρα, έφερε όλα τα χούγια της στο δρόμο και συνεχίζει μόνη, πρωταγωνίστρια, αφού η ηρωίνη φροντίζει να την διατηρεί ηρωίδα του παραμυθιού της δήθεν κανονικότητας. Κι όλα αυτά, γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ μεγάλη σκύλα και δεν είχε ποτέ τη δύναμη να την κλωτσήσει στη μούρη. Όσο κι αν το έπαιζε μάγκας στις παρέες, ήταν κατά βάθος ψυχάκι. Το μυρίστηκε και το λαγωνικό του σχολείου, της πούλησε έρωτα και την έκανε βαποράκι.

(στο Βασίλη)


















































diagnosis

My Photo
i have nothing to declare, but a can of tuna