Saturday, November 22, 2014

τα άκουσα

(Στο μανάβικο, νεαρός με όμορφο λυκόσκυλο μιλά με τον υπάλληλο του καταστήματος)

- Όχι δεν είναι δικό μου. Εγώ το κάνω σα δουλειά. Πάω βόλτες σκύλους. Με πληρώνουν διάφοροι της περιοχής και βγάζω κάποια χρήματα. Αυτός εδώ ανήκει σε ένα σπίτι εδώ παρακάτω.
- Και γιατί δεν τον πάνε βόλτα τα αφεντικά του;
- Που θες να ξέρω. Εχουν δύο εσωτερικές για τα παιδιά τους, έχουν κι εμένα για το σκύλο. Ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτοί, για να ζούμε κι εμείς. Μηχανικός σπούδασα, αλλά τώρα το έχω ρίξει στους σκύλους. Εχει πιο πολύ ψωμί…
- Μα εδώ έχει τόσα πάρκα, τόσο δύσκολο είναι να πάνε μια βόλτα τα παιδιά και τα σκυλιά τους;
- Κάτι ερωτήσεις που κάνεις κι εσύ…

(Στο μπακάλικο, μια ηλικιωμένη μιλά με τον ιδιοκτήτη)

- Καλημέρα Γιάννη μου, ήρθα για εκείνο το σταρένιο ψωμί, το φέρατε σήμερα;
- Έχουμε κυρία Νατάσσα. Πρωί-πρώι σας βλέπω σήμερα, θα φτιάξετε πρωινό στον μικρό;
- Μπα, αυτός κοιμάται ακόμα. Είχε μια μεγάλη συγκέντρωση στο σπίτι χθές και θα αργήσει να ξυπνήσει. Θα του φτιάξω μεσημεριανό κατευθείαν.
- Να του φτιάχνεις, να του το πας στο κρεβάτι. Αλλά έτσι όπως τον κακομαθαίνεις δε θα σου παντρευτεί.
- Και ποιος σου είπε ότι θέλω να παντρευτεί! Μια χαρά δεν τον έχω σπίτι και μου κάνει παρέα και με χαϊδεύει; Να μείνω μόνη μου εγώ μετά; Δε σφάξανε! Κι αυτός, σιγά μη βρει καλύτερα. Όλα τα έχει εδώ. Τώρα στα σαράντα έχει παραξενέψει κιόλας.


Thursday, November 20, 2014

δίπλα



Μένει στο Μετς, σε έναν δρόμο πολύ γραφικό και ήσυχο, ακριβώς πίσω από το Στάδιο. Με όμορφες μονοκατοικίες από την παλιά καλή εποχή και διακριτικά τριώροφα. Κέντρο απόκεντρο. Θα δεις κι ένα άδειο οικόπεδο με άγρια βλάστηση δίπλα σε  μια εγκαταλελειμένη κλειστή με λουκέτο μονοκατοικία σχεδόν καταβροχθισμένη από τη μωβ-ροζ βουκαμβίλια που κάποτε θα είχε ως διακοσμητικό αναρριχητικό στην είσοδο. Τις προάλλες που βγήκε το πρωί να πάει στη δουλειά, τον πήρε μια έντονη, δυσάρεστη μυρωδιά καθώς περνούσε μπροστά από το οικόπεδο. Καμιά γάτα θα έχει ψοφήσει, σκέφτηκε. Την άλλη μέρα, τα ίδια και χειρότερα. Η δυσοσμία έφτανε πια σχεδόν έξω από το σπίτι του. Αποφάσισε να πάρει τηλέφωνο την αστυνομία, να έρθει να διερευνήσει, γιατί υπάρχουν και τα εγκαταλελειμένα. Η αστυνομία ήρθε αμέσως, σα να έχει συνηθίσει τέτοιου είδους διερευνήσεις τελευταία. Στο έρημο σπίτι, δίπλα στο οικόπεδο βρέθηκε το πτώμα άστεγου αλκοολικού. Είχε μπει μέσα και ποιος ξέρει πόσον καιρό έμεινε εκεί, μέχρι να πεθάνει από οργανικά αίτια ή ασιτία. Το σίγουρο είναι ότι πέθανε μόνος του, στο χώμα και το κρύο. Στην Άγρας, στο Μετς, στο κέντρο της Αθήνας, λίγα μέτρα από τα trendy φαγάδικα και τα μπαράκια. Αυτά πλέον είναι ψιλά γράμματα για την αστυνομία, όπως έδειξε. Πρέπει να συμβαίνει συνέχεια στις μέρες μας. Τον κράτησαν οκτώ ώρες στο τμήμα. Οκ-τώ. Επειδή ήταν, λέει, εκείνος που ειδοποίησε για το πτώμα και έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία. Όταν βγήκε από το τμήμα, βράδυ πια, εξαντλημένος και αηδιασμένος από την σκατάντια της σκατοκοινωνίας, σκέφτηκε ότι όποιος βρίσκει πτώμα στο δρόμο του, τελικά πρέπει να κάνει ότι δε βλέπει. Αν δε θέλει να βγει και κερατάς και δαρμένος. Εντατικά παθήματα αποκτήνωσης κάθε μέρα, προς ανεπίδεκτους μαθήσεως. 

συμμετρία / symmetry

Η μόνη συμμετρία που αναγνωρίζω στην ύπαρξη
είναι τα αντικριστά λακκάκια που σε κοιτάνε
από τα χαμηλά μιας όμορφης γυναικείας πλάτης.

Ο γονείς μου, αχώριστοι μέχρι το θάνατο,
πέθαναν ο καθένας χωριστά και μόνος.

Καμία άλλη ισορροπία δεν υπάρχει στη ζωή,
παρά μόνο τα δύο αντικριστά λακκάκια,
Και αν.

                 -.-.-


The only symmetry in human existence
is the alliance between two dimples,
at the lower back of a female body.

My parents -inseparable till death did them part-
died separately and alone.

There is no symmetry in life,
except for the two dimples at the lower
back of a woman,
if any.

Thursday, October 30, 2014

Saturday, October 18, 2014

Αη-Γιάννης, Πήλιο


Ο απολογισμός:


 Μετά από δεκαετίες αντάμωσα πάλι με τα πιο ζεστά και χαμογελαστά πρόσωπα των αναμνήσεων. Αγκάλιασα ανθρώπους και ξανάζησα στιγμές που αγάπησα όταν ήμουν μικρή ακόμα και δεν είχα γίνει αυτό που είμαι τώρα. Το νέο ήταν ότι οι ίδιοι άνθρωποι με αναγνώρισαν αμέσως για αυτό που έγινα, με την αγάπη για αυτό που κάποτε υπήρξα, αμέσως και χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς το δισταγμό που φέρνει η ομίχλη του χρόνου. Λένε ότι οι παιδικές φιλίες και εικόνες σε ακολουθούν για πάντα. Το ένιωσα. Σαν μια αύρα από το παρελθόν που εμμένει και επιδεικτικά αποδεικνύει ότι κάποιες φορές, ανάμεσα στο τότε και το τώρα μεσολαβεί ένα μαγικό κυκλικό μονοπάτι που μπορεί να σε πάει πάλι πίσω στο ίδιο σημείο και να ξαναβρεθείς με τον εαυτό σου, όταν ακόμα είχες αφέλειες και αφέλεια.
Δες το και σα μια σθεναρή αντίσταση στην καθημερινότητα που ζούμε, όπου οι περισσότεροι θέλουν να σε σπρώχνουν μπροστά, για να δουν πόσο άτσαλα πέφτεις και σχεδόν όλοι τους δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να συναντήσουν το παιδί που ήσουν και ακόμα παίζει ανέμελα κάπου μέσα σου, γιατί έχουν χάσει εδώ και χρόνια το δικό τους.

Tuesday, October 14, 2014

Τικ / tick


Μήπως τα ζήτησες αυτά τα μαλλιά,
Έτσι καστανά κι ατίθασα που πετάγονται;
Ήθελες μήπως με τις ώρες να σιδερώνεις
Τρίχες πεισματάρες, που δεν υπακούουν με τίποτα
Κι ας είναι του κεφαλιού σου;
Τα γονίδια, οι γονείς, ο τρόπος που ξεφύτρωσες,
To σπίτι που μεγάλωσες, σάμπως σου πήραν έγκριση;
Άδεια και βίζα για τη ζωή σου έβγαλαν όλα απο αλλού.
Ας πάψει η λογική να περιμένει δόκιμες αιτίες στο γκισέ της.
Μήπως το νόημα δεν είναι η ελεύθερη βούληση,
Αλλά τελικά πως να κάνεις την ξένη βούληση, βολή σου;
Εδώ δεν μπορείς για τα άλλα, που διάλεξες ελεύθερα, να έχεις λόγο.

Εγώ ας πούμε, ακόμα και στην κρυψώνα που έφτιαξα -προς αποφυγή των καθημερινών ακουσίων- που κουρνιάστηκα μόνη, να φτιάξω κάτι αυτόνομο, δικό μου, με βρήκαν αλλουνού εκούσια και πετσόκοψαν τα ουσιαστικά και τις προθέσεις μου. Με ηλεκτρικό πριόνι, ο δράστης και γείτονας, διάλεξε πάνω στη δημιουργική μου διάθεση να σχεδιάσει καινούργια έπιπλα για τη βεράντα του. Το αποτέλεσμα της σκέψης μου, αγνώριστο. Περισσότερο σε καθιστικό από τικ φέρνει, παρά σε ποίημα με λέξεις.

Αυτό το 'ερήμην μας', Καλαχάρι κατάντησε.
Καταλαμβάνει ένα-ένα τα 'θέλω' μας γιατί έτσι
Και ξαφνικά τα άβατά μας γίνονται κοτέτσι.




As if you asked for this hair of yours,
that so brownishly naughty pops out to every direction!
Did you wish for this endless ironing of stubborn follicles
that refuse to obey their headmaster?
The genes, the progenitors, the gender, the way you sprouted,
the home where you grew up, did they ask for your approval?
Their permits and visas where issued from somewhere else.
Tell logic to stop waiting in vain at the counter for reason.
Isn't the meaning most certainly not the freedom of expression,
but how to express this alienness freely?

Me, for instance, even in my self made  hiding place -that I constructed meticulously in order to avoid the everyday trespassing of the uninvited- where I dwell building my own cosmos, I was invaded by alien voluntary intentions that massacred my essential progression. With an electrical saw, the neighboring intruder chose to carve on my inspiration his new garden furniture. And at the end, I could not recognize the results of my mental procession. What was intended to be a poem made of words looked more like an armchair made of wooden planks.

This involuntariness is spreading like a desert of hope.
It takes over our needs one by one, without any reason,
and transforms little by little our sanctuary into a coop.



Saturday, October 11, 2014

Αγόρια γυμνασμένα με κολλητά χακί T-shirts και διάφανα πλαστικά τελάρα ανά χείρας και κορίτσια άρτι εφοδιασμένα με τα τελευταία οπλικά συστήματα που προτείνουν οι στρατηγοί της μόδας διαπληθίζονται σε μια παρωχημένη ερμηνευτική εκδοχή του "Έρωτας και Πόλεμος: όλα επιτρέπονται" επί της δημοφιλούς σκηνής της Αγίας Ειρήνης ενώ θεατές κάθε ηλικίας απολαμβάνουν τις λάγκερ και τα τσιγάρα τους σχολιάζοντας την χιλιοπαιγμένη παράσταση και αναρωτούμενοι πότε επιτέλους θα ανεβάσει σωστά Μπέκετ αυτή η πόλη με τόσους ζητιάνους να περιμένουν_


Friday, October 10, 2014

μια φορά / οnce upon

Μια φορά κι έναν καιρό,
Mα ποιος δίνει δεκάρα;
Μόνο τα φτυάρια και
Καμιά έκπτωτη νεράιδα
Με ξεπλυμένο ρίμελ,
Που αρνείται να πατήσει
Τα κατουρημένα πεζοδρόμια και να
Συνωστιστεί στα αχνισμένα τρόλεϋ,
Για να μην της τσαλακώσουν
Τα φτερά από κιτρινισμένο
Τούλι μπομπονιέρας
Γάμου αλληνής.


Οnce upon a time,
who gives a damn?
Only the shovel and
some obsolete fairy
with washed off mascara
who objects to land her
pumps on the slimy
piss sidewalks and be
pushed and shoved around
in steamy buses.
She does not want
to rumple her wings
made out of
yellowed tulle
from somebody else's
wedding tail.

της μάνας / of mother's

Τι μου έλεγες;
Σου έλεγα να μη θυμώνεις
Όταν σου θυμίζω να βάζεις
Τη ζακέτα σου.
Την άλλη νύχτα που είδες το όνειρο
Με τις τούφες που ξεκόλλαγαν σα φύλλα
Φθινοπώρου και έπεφταν στο πάτωμα,
Θυμήσου αν υπήρχε γύρω καθρέφτης.
Αν το είδωλό σου ήταν γυμνό
Μπορεί και να κρύωνες.
Ζακέτα φορούσες;
Μη μου θυμώνεις.
Ο άνθρωπος που φορά τη ζακέτα του
Κρατά τη μνήμη του ζεστή.

Τώρα που ο κόσμος φθίνει, κράτα ζεστές τις λέξεις σου.
Να αγκαλιάζεις τρυφερά τα φωνήεντα γιατί αλλιώς
Θα σου μείνουν μόνο σκληρές μάζες από σύμφωνα.
Θα μουγκαθείς.
Όποια λύπη και ο,τι λείπει, άμα πετρώνουν, όλα λίπη.
Περιττά. Κρίμα κράμα κάρμα.
Δεν είναι;



What were you saying?
I was telling you not to get upset
every time I remind you to put on
your sweater.
The other night, when you saw that dream
with the locks of your hair falling on the floor
like autumn leaves,
try to remember wether there was a mirror around.
if your reflection was naked
it was probably because you were feeling cold.
Were you wearing a jacket?
Don't get angry at me.
The one who wears a jacket
keeps the soul warm.

Now that the world is diminishing, keep your words cozy.
Embrace tenderly your vowels, because otherwise
you will be left only with rough masses of consonants
And will end up muted.
Any sorrow and any loss, when petrified, all turn to stone.
Oddification surplus in an bottomless pit.
Isn't it a pity?



Friday, September 19, 2014

Ιουλία και Βαγγέλης


Kαλοβαλμένη, με αριστοκρατική φινέτσα, γύρω στα εξήνταπέντε. Με ελαφρύ μεηκάπ και προσεγμένο χτένισμα. Το πρόσωπό της διατηρεί ακόμα λίγο από το φως της εκθαμβωτικής ομορφιάς που πρέπει να ακτινοβολούσε στα νιάτα της. Μαζί της, δύο νέες γυναίκες γύρω στα τριάντα, που θάλεγες σε πρώτη ανάγνωση ότι είναι οι κόρες της. Η μία είναι απορροφημένη από το κινητό της, ενώ η άλλη μιλά στη γυναίκα με αφάνταστη γλυκύτητα κοιτώντας την στα μάτια που εστίαζουν ανέκφραστα κάπου στο βάθος του υποβλητικού σκηνικού της λίμνης. Τα χέρια της κυρίας είναι ακουμπισμένα πάνω στα μπράτσα της καρέκλας και τα πόδια της είναι ενωμένα. Με το αριστοκρατικό vintage καφτάνι της που θυμίζει μιαν άλλη εποχή και την ακίνητη συμμετρία του κορμιού της η παρουσία της παραπέμπει σε αιγυπτιακό άγαλμα. Η κοπέλα συνεχίζει να της μιλά τρυφερά και κάποια στιγμή της χαίδεύει το πρόσωπο απαλά, σα να θέλει να της σκουπίσει κάποιες σταγόνες ιδρώτα. Η γυναίκα δεν αντιδρά και πάλι, ενώ συνεχίζει να έχει το βλέμμα μακριά, ίσως τόσο μακριά, όσο μια άλλη ζωή, ένα κάποτε παρά ένα κάπου. Σα να ψάχνει να βρει τον ζωντανό της εαυτό, πριν από εκείνο το βράδυ που όλα πάγωσαν από ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Από τότε, φορά ένα σώμα-σκάφανδρο που ζυγίζει έναν τόνο και δεν μπορεί να ορίσει, ενόσω μπροστά απο τα μάτια της περνάνε λούπες οι αναμνήσεις, συγκεχυμένες εικόνες από πρόσωπα και σκηνές που είχε ζήσει, σε παρελθόντα χρόνο, ανεπιστρεπτί. Η Ιουλία είναι μια μαρμαρωμένη βασίλισσα. Οι δύο κοπέλες που τη συνοδεύουν είναι οι γυναίκες που προσέλαβε ο γιος της για να την προσέχουν τώρα που είναι ανήμπορη. Τις πληρώνει με τα χρήματα που διαχειρίζεται από τον τραπεζικό λογαριασμό της μάνας του και του μακαρίτη του πατέρα του. Πληρώνει και κομμώτρια που της την στέλνει μια φορά το μήνα στο σπίτι της, να της φτιάχνει τα μαλλιά και τα νύχια, για να μην τη δει αφημένη ποτέ και του ξυπνήσουν οι ενοχές. Η Ιουλία ήταν μάνα, σύζυγος και φιλόλογος και τώρα είναι μια γυναίκα θαμμένη ζωντανή σε τάφο φτιαγμένο από την ίδια της τη σάρκα. Όσο κι αν προσπαθεί να φωνάξει κανένας δεν μπορεί να την ακούσει και να καταλάβει οτι είναι ακόμα εκεί. Έχει μεγάλο θυμό, αγωνία και πανικό, αλλά το εγκεφαλικό την τιμώρησε με το να μην μπορεί ούτε καν να αντιδράσει.  Η Ιούλία ήταν πάντα αξιοπρεπής και δεν είχε ενοχλήσει ποτέ κανέναν. Τώρα, η μόνη της εμπειρία είναι η συνεχής προσβολή κατά της αξιοπρέπειάς της. Αν δεν είχε κάποια χρήματα και ο γιος της δεν είχε τύψεις, ίσως να ήταν τυχερή και να μην είχε επιζήσει.

Κάθεται με το πούρο του και το βρεγμένο του μαγιό Villebrequain, κάνοντας σήμα στο γκαρσόνι. Πείνασε μετά από τη βουτιά. Είναι γύρω στα πενηνταπέντε και έχει παχύνει. Πρέπει να αρχίσει να προσέχει, αλλά από αύριο. "Ένα κλαμπ σάντουιτς για μένα και ένα ούζο", δίνει παραγγελία στον νεαρό με τον δίσκο. Μέχρι να έρθουν, παίρνει χοντρές, χορταστικές ρουφηξιές από το Cohiba του, χωρίς να αναρωτηθεί αν ενοχλεί τους γύρω του. Μαζί του είναι μια λαϊκή τριαντάρα με μικροσκοπικό μπικίνι, Rolex και ντηζάινερ γυαλιά ηλίου, που πίνει νωχελικά το φρέντο της χαζεύοντας κάπου στο βάθος της ήρεμης λίμνης. Η δεσποσύνη αποφεύγει να κοιτάξει το δράκο που είναι αναπαυτικά θρονιασμένος δίπλα της, με τα καπνισμένα ρουθούνια και τη χοντρή κοιλιά. Θα τον αντιμετωπίσει το βράδυ, μια και καλή. Ας όψονται τα ψώνια. Όχι τα ζωντανά, εκείνα του Golden Hall. Γιατί ο Βαγγέλης είναι εκατομμυριούχος με σπίτι στην Εκάλη και δεκάδες άλλα στην Πολιτεία, την Νέα Ερυθραία, το Ψυχικό. Ήταν βλέπεις εργολάβος που με την κρίση το γύρισε σε τοκογλύφος και κοράκι, πήρε για ένα κομμάτι ψωμί τα σπίτια των νοικοκυραίων που δεν μπορούσαν να τα κρατήσουν λόγω φόρων και για να μην τους πληρώνει ο ίδιος ανέθεσε σε ειδικούς σεφ να μαγειρεύουν τα φορολογικά του, για να του βγαίνει μηδενικό εκκαθαριστικό τους οποίους φυσικά ανταμοίβει πλουσιοπάροχα (καμια σχέση με αυτά που θα έπρεπε να πληρώνει κανονικά) και έτσι έχει το κεφάλι του ήσυχο. Έχει και off shore για τα ακίνητά του. Ο Βαγγέλης ήταν από φτωχική γειτονιά και παιδί της πιάτσας. Θεωρεί θύματα όσους πάνε με τον σταυρό στο χέρι, αλλά του άρέσει να φορά έναν χρυσό στο δασύτριχο στήθος του.
Η κοπέλα που φροντίζει την Ιουλία σηκώνεται από την καρέκλα της και πλησιάζει τον Βαγγέλη και τη συνοδό του που είναι εγκαταστημένοι στο διπλανό τραπέζι. "Με συγχωρείτε, αλλά μπορείτε να σβήσετε το πούρο σας; Ξέρετε, είναι ασθενής η κυρία δίπλα", λέει ευγενικά. Ο Βαγγέλης γυρνά, την κοιτάζει από πάνω ως κάτω με ύφος υποτιμητικό και απαντά " Εδώ είναι υπαίθριος χώρος. Δε λέει πουθενά ότι απαγορεύεται το κάπνισμα. Αν ενοχλεί το πούρο μπορείτε να μετακινηθείτε". Ο Βαγγέλης έχει δίκιο. Δεν απαγορεύεται. Δεν το γράφει πουθενά.

Ο Βαγγέλης, η Ιουλία και οι τρεις χάριτες που τους συνοδεύουν χαζεύουν ταυτόχρονα το σκηνικό, πέρα στο βάθος της λίμνης, σα να παρακολουθούν το ίδιο αθέατο έργο. Ο Βαγγέλης καπνίζοντας το πούρο του και κάνοντας νοητούς υπολογισμούς, η Ιουλία λογιζόμενη φαντάσματα και οι κοπέλες μετρώντας τα λεπτά, μέχρι να περάσει η ώρα. Κι όλα αυτά με μουσική υπόκρουση το "los manolos" του Boccherini, που μεταδίδεται από τα ηχεία των εγκαταστάσεων του πολιτισμένου θερέτρου της Βουλιαγμένης.

diagnosis

My Photo
i have nothing to declare, but a can of tuna