Wednesday, March 04, 2015

Kι όμως, έχεις εισβάλλει στον χώρο μου.
Τα ίχνη της μπότας σου θα υπάρχουν πάντα στο πατάκι της εισόδου μου.
Κέρδισες και το φλουρί της βασιλόπιτας. Του 'φτωχού'.
Σε αυτή την αναξιοπαθούσα κατηγορία σε καταχώρησα.
Το κομμάτι μεσοτοιχεία με εκείνο του σπιτιού και το δικό μου.
Είσαι, αλλά δεν πρέπει να είσαι δικαιούχος της τιμής σκέφτομαι,
Ενόσω όλοι οι συνδαιτημόνες χαίρονται για την τόσο πολιτικά ορθή τύχη
Του αγνώστου χ που εξαργυρωνει τις ενοχές της εορταστικής θαλπωρής.

κατοχικά συνδρομα

Στην κατάψυξη νωπές σκέψεις.
Το 'περίμενε' σε βαθιά ατομική καταστολή.
Μέχρι να είμαι έτοιμη να δειπνήσω
Τις μεγάλες μου αποφάσεις.
Και το 'δε θέλω',
Μέχρι να πεινάσω.
Να λυσσάξω από την
Κυριολεξία της εμμονής.
Τυλίγω σε ασημόχαρτο το
'Εγώ' σε φέτες, να το
Αποψύχω λίγο-λίγο,
Τους καιρούς που θα υπάρχει έλλειψη
Σε είδη που διατίθενται άνευ δελτίου ταυτότητας.

12



Mάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται.
Εκτός από τα δικά σου. Με το γκρι δαχτυλίδι που
αγκάλιαζε -ορίζοντας γεγονότων- μελανή θλίψη.
Όταν δεν έλεγες όσα σκεφτόσουν
και άφηνες τους άλλους να γεμίζουν τον αέρα
με τις αδιάκριτες προθέσεις τους, τα αναλώσιμα αντικείμενα,
τις πτωτικές μετοχές τους και τα ρήματα τα απαρέμφατά τους,
απειλώντας συνέχεια την ευθραυστη, πολύτιμη πεταλούδα
της ματιάς σου.
Όλα τα άλλα σβήνουν και ξεχνιούνται
πότε αργά, πότε γρήγορα, πότε από ανάγκη, πότε από
Αντικατάσταση.
Εκτός από τα δικά σου, τα παντός καιρού,
που μεταμόρφωναν πτερόεσσες λέξεις
σε ανεξίτηλες σκέψεις και τις μνήμες σε μνημεία.
Μάτια σου που δεν βλέπονται, χαράζονται.
Με κοπίδι. Γλυκά-γλυκά, διακριτικά και ανεπαίσθητα,
μέχρι το κόκκαλο.

Friday, January 02, 2015

Life, too

Life-
What an intricate place full of
peepholes, loopholes, sinkholes, wormholes, ratholes, stokeholes, gloryholes and assholes,
you are.

Tuesday, December 23, 2014

Life-

What an artisanal necklace full of
Golden moments, precious milestones,
Indifferent deeds, knots of nots and expendable materials,
You are.
A unique work of art with
Random stretches of progression
And sparkling nuggets of choice,
Never to be reproduced in the same disorder again.

With the weak clasp of a pulse holding you together
Vulnerable to the sharp tools of Chance
To be cut open -but once-
Pouring all your valuable bids put together by Time
Into the dark waters of Lethe.

Still worn proudly for Now, around the neckline of exist/ends,
Showing off bosoms of ticking time-bombs.

A damned family jewel, spoiled by Scythe,
A lifeline with a deadline, called Psyche,
A birthday present from godmother Tyche.



Thursday, December 11, 2014

time to reproduce

Go have a western baby!
It is the most fertile week of the year.
It is the time to perpetuate our genes and ego
So that more of us enjoy green eyes and addiction to chocolate.
Get cuddly and cocoon in the warm insides.
A few words of emotion to your chosen half can make this day
A starting point for ultrasounds.
Isn't it an ideal night to bring more us to life
And expand our claims for playground space?
Think of the nice toys you will buy and the pastel walls
You will have to paint on op of the pale grays of the aimless days!
A baby will keep you busy for a while,
Making your itineraries haste and purposeful and your nights
Sleepless for another cause besides the dark introspect ways.
And once a child, your offspring will dictate your social circle
And friends, that you were not successful enough to determine yourself.
Go have a baby!
Life will be pink and cerulean for a while,
Long enough to procrastinate the return to thyself
And become again the music box ballerina that you were.
Better to assume responsibility for somebody else
And dictate another life than your own for the rest of your life.
It is the most fertile week of the year.
Most babies are conceived now that it's cold and cozy,
Some weeks before Christmas and New Year's Eve,
When resolutions are made over stuffed turkey and wishes
For world peace and better days sprinkle our wine drenched senses,
As the smiling young wife is diligently late for her menses.




Σπασμένα μάρμαρα δεν ήταν πάντα αυτή η πόλη;


η κυρία σελίδα 58




Κάθε πρωί, σηκωνόταν κουρασμένη, πλενόταν αργόσυρτα, ντυνόταν με το ζόρι, έπαιρνε το βιβλίο της αναγκαστικά, αγόραζε ένα κουλούρι από το φούρνο της γωνίας για να κατευνάσει την πείνα της και πήγαινε σέρνοντας τα πόδια της στον κεντρικό σταθμό των κτελ, για να πάρει το λεωφορείο για κάτι που έπρεπε να κάνει. Καθόταν στο ίδιο άβολο παγκάκι και διάβαζε ξανά και ξανα τη σελίδα 58 περιμένοντας το λεωφορείο της να φορτώσει. Επειδή οι συνταξιδιώτες της τραβούσαν την προσοχή δεν κατάφερνε ποτέ να ολοκληρώσει τη σελίδα 58. Έβαζε πάντα το σελιδοδείκτη πίσω στο ίδιο σημείο και χάζευε τη δράση. Με αυτά και μ' αυτά έχανε και το λεωφορείο. Μέχρι που μια μέρα αποφάσισε ότι ο σταθμός ήταν πιο σημαντικός και από το βιβλίο και από τον προορισμό της. Τόσο που την έκανε να ξεχάσει για τα καλά που ήταν να πάει και τι έπρεπε να κάνει εκεί που θα κατέληγε. Έτσι, κάθε πρωί πήγαινε στο σταθμό, καθόταν στο ίδιο παγκάκι και έκανε παρέα με τον κόσμο, χωρίς να ανταλλάσσει κουβέντες. Ήταν πιο ζωντανά εκεί από το σπίτι της αποφάσισε. Σιγά-σιγά έκανε και μερικές γνωριμίες. Κάποιοι ίδιοι άνθρωποι έγιναν οικείοι και απέκτησε τη φανταστική της οικογένεια. Μια κυρία που κουβαλούσε πάντα σακούλες την ρωτούσε κάθε μέρα πως είναι σήμερα. Λες και το σήμερα είχε ειδοποιό διαφορά από το χθες.Ένας νεαρός που φορούσε πάντα το ίδιο μπουφάν της προσέφερε καφέ ένα πρωί και στη συνέχεια, κάθε πρωί που βρισκόντουσαν. Μια μέρα τη ρώτησε αν έχει κανέναν και εκείνη του απάντησε 'έχω εσάς' κι εκείνος σάστισε στην τόση αλήθεια. Όσο περνούσαν οι μήνες, εκείνη μάθαινε όλο και περισσότερα για τα δρομολόγια και τις αποβάθρες και τους προοορισμούς. Βοηθούσε τους πολύ βιαστικούς και αγχωμένους που έμοιαζαν χαμένοι με τις κατάλληλες πληροφορίες, για να μη χάνουν το τρένο τους, γιατί εκείνοι είχαν τέλος βλέπεις, είχαν ανάγκη, τους καταδίωκε ο χρόνος. Έμαθε όλες τις ώρες αναχωρήσεων και αφίξεων. Ο σταθμός των κτέλ έγινε η δική της στάση ζωής. Πεποίθηση και καταφύγιό της, απ' όπου ά-νθρωποι περνούσαν σαν αποδημητικά από μπροστά της, για να χαθούν μέσα σε κάποιο λεωφορείο και άλλοι, κουρασμένοι ή χαρούμενοι εφορμούσαν στις αποβάθρες σαν αγέλες, για να μεταβούν στον σκοπό τους, εκείνη εκεί, σταθερή, το μάτι του κυκλώνα. Χωρίς στερητικό 'α'. Κάθε μέρα, παρατηρούσε όλους και όλα από το ίδιο παγκάκι και γινόταν όλο και πιο σοφή για τους ανθρώπους και τις κινήσεις τους. Δεν είχε πλέον ανάγκη το βιβλίο της, γιατί ζούσε τη δική της ιστορία, τόμους πέρα από τη σελίδα 58.
Μια Τετάρτη μεσημέρι εκεί που μπορεί και να ήταν Σάββατο,  ένα παιδάκι, βία πέντε χρονών πράγμα, την πλησίασε στο παγκάκι της κλαίγοντας σπαρακτικά. Ανάμεσα στα αναφιλητά του, ψέλλιζε 'θ-θ-θέλω τη μ-μ-μαμά μου'. Η κυρία του βιβλίου που ήξερε από απώλειες, του έγνεψε να πλησιάσει και να κάτσει δίπλα της. Εκείνο δίστασε αρχικά, αλλά στη συνέχεια σκαρφάλωσε στο παγκάκι συνεχίζοντας να κλαίει. Το πήρε αγκαλιά και του είπε αν θέλει να ακούσει ένα όμορφο παραμύθι κι άρχισε:
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι, που γεννήθηκε σε έναν κόσμο κόκκινο. Κόκκινα σπίτια, κόκκινοι άνθρωποι, κόκκινα δέντρα. Εκείνο ήταν ροζ και ξεχώριζε, γι αυτό που δεν είχε να κρυφτεί πουθενά και δεν αναγνώριζε κανέναν, γιατί όλοι ήταν κόκκινοι και της φαίνοταν ίδιοι. Εκεί που τριγυρνούσε άσκοπα σα στόχος, ξαφνικά είδε μπροστά της μια κόκκινη γάτα με ροζ μάτια, που της νιαούρισε με ανθρώπινα λόγια "Όσο τα μάτια σου είναι ροζ, μπορείς να βάψεις το υπόλοιπο κορμί σου κόκκινο, όπως έκανα κι εγώ" και της πρότεινε μια κόκκινη μπογιά. "Βάψου κόκκινη και από τα μάτια θα σε αναγνωρίζουν μόνο όσοι θέλεις εσύ" της είπε.
Η κυρία της σελίδας 58 χάιδεψε το κεφάλι της μικρής με τη στοργή της μάνας που δεν ήταν, πήρε μια βαθιά εισπνοή στα αθώα του μαλλιά και πρόσθεσε, "μην ανησυχείς μικρή μου. Από τα μάτια θα σε βρει η μαμά σου μέσα στον κόκκινο κόσμο μπερδεμένο κόσμο. Είναι σίγουρο. Μη φοβάσαι."
Το κοριτσάκι στάμάτησε να κλαίει με λυγμούς και κοίταξε την κυρία στα μάτια. Μέσα από τα δάκρυα είδε μια γυναίκα μεγάλη σε ηλικία, με ρυτίδες και δυο όμορφα ροζ μάτια.
Μια γυναίκα από το βάθος του σταθμού που έτρεχε σαν τρελή τους πλησίασε αλλαφιασμένη. Άρπαξε το παιδί από το παγκάκι κι άρχισε να το μαλώνει. "Δε σου είπα να μην απομακρύνεσαι! Θα με πεθάνεις! Σε ψάχνω παντού και τώρα χάσαμε και το λεωφορείο! Τώρα να δεις τι θα πω στον πατέρα σου!" Η τρελαμένη κοίταξε την κυρία του βιβλίου της σελίδα 58 με απειλητικά, εχθρικά μάτια, πήρε το παιδί και το έσυρε μακριά, μέχρι που έγιναν δύο κόκκινες κουκίδες στο βάθος του οπτικού της πεδίου.
"Ευχαριστώ" ψέλλισε η κυρία από το παγκάκι.
Αυτός ο σταθμός είναι καλύτερος από σπίτι. Της έδωσε και την ευκαιρία να μυρίσει το κεφάλι ενός παιδιού και να του πει ένα δικό της παραμύθι. Τι άλλο να ζητήσει από τη ζωή της;


Monday, December 01, 2014

κόστος παραγωγής / production cost


Ο ουρανός κατακίτρινος, ετοιμάζεται να επιτεθεί
Εξαπολύοντας εκατομμύρια καναρίνια καμικάζι, ενώ
Η έμπνευση που εγκυμονώ αρνείται πεισματικά να γεννηθεί.
Έχει αναποδογυρίσει στη μήτρα του δημιουργικού οίστρου και
Έχει στηλώσει τα πόδια με εκδικητικότητα στο τρίτο μου μάτι.
"Εγώ εδώ θα μείνω, στην αναπαυτική μου φωλιά κι ας σκάσει
Το σύμπαν σου στη σήψη του αντιπαραγωγικού" λέει το μπάσταρδο.
Καισαρικές στις ιδέες δεν υπάρχουν ακόμα, οπότε
"πάρε την αρχή μου χωρίς δημιουργικό τέλος, νάρκισσε"
Μου διαμηνύει ο αγενής γόνος της σκέψης - που ως έμβρυο πλέον-
Διεκδικεί και υπαρξιακά δικαιώματα.
Αυτές οι πνευματικές εγγυμοσύνες πόσο διαρκούν;
Εν δυνάμει βόμβες έχουν καταντήσει οι λυτρώσεις.
Όταν αποφασίσει να σκάσει θα με βρει εξ' αποίνης,
Με το ένα χέρι να κρατά ένα ποτήρι κρασί και το άλλο
Να σηματοδοτεί το 'πως είναι δυνατόν αυτό που σκέφτηκα
να γυρίζει να με σημαδεύει στον κρόταφο'.
Έχω το δικαίωμα τουλάχιστον, να πάρω άλλο ένα παναντόλ
Πριν η ιδέα μου σπάσει τα μηνίγγια;




Heavens are yellow and preparing to attack earth by
unleashing millions of wild canaries,
while the text I am carrying is stubbornly resisting
to be delivered naturally.
It has turned in the uterus of creative verve and
shows the finger to its creator from a head up position.
"I am staying right here in this comfortable spot and I
wouldn't give a damn if the cosmos bursts in the rotting
juices of counter-productive" says the extorting embryo.
There are no caesarian sections for ideas yet, so
"take my beginning for your narcissistic end" screams from
inside my head the seed of my conception.
How long do these pregnancies of
redemptions gestating catastrophes last?
When the whole thing explodes, it will probably find me
aloof and unprepared, with a glass of red wine in one hand and
the other gesturing the "how is it possible that my own idea
is aiming now at my head?"
Can I at least have the last right of a painkiller

before it pulls the trigger?

diagnosis

My Photo
i have nothing to declare, but a can of tuna