Tuesday, November 13, 2018

Το Βιβλίο Κόλαση

Ξύπνησα με μία ακατάσχετη και αδηφάγα διάθεση να ξαναπιάσω στα χέρια μου το "Βιβλίο Κόλαση" του Φραμπέτι, που είχα διαβάσει Τότε π.Κ. -προ Κολάσεως- και έκτοτε στριφογυρίζω στους εννέα κύκλους της, χωρίς ούτε διάλειμμα για σάντουιτσ. Κάποιο όνειρο που είδα ίσως να ήταν η αφορμή για αυτή την αφύπνιση. Μπορεί ο καμμένος Παραδεισος της Καλιφόρνια να πυροδότησε την ειδική σύναψη, την ώρα που η κυρία Συνειδητότητα καθάριζε με την ηλεκτρική τους διαδρόμους των νευρώνων μου.
Η συνειδητοποίηση ότι δεν το βρίσκω πουθενά το βιβλίο, με αποδιοργάνωσε σοβαρά. Μα καλά, πόσα βιβλία έχω και δεν το ήξερα; Ανακάλυψα χαμένες πατρίδες. Και το σημαντικότερο: βλέπω πόσους τίτλους δεν έχω καν διαβάσει. Φρίκη. Δεκάδες επί δεκάδων βιβλία στιβαγμένα, ανέγγιχτα, με παρθένες ραφές. Δεν προλαβαίνω - με μαθηματική ακρίβεια- να τα διαβάσω όλα σε μια ζωή και δη τσουρούτικη, άρα πρέπει να κατηγοριοποιήσω και να τακτοποιήσω, με κριτήριο την σημαντικότητα. Αυτό θέλει ακόμα περισσότερο χρόνο, γιατί το βιβλίο που μου ήταν σημαντικό να το κατακτήσω το 2007, χωρίς να μπω στη διαδικασία να συσχετιστώ μαζί του από τη στιγμή που το σπίτωσα, έχει σίγουρα μαραζώσει μέχρι σήμερα. Ξαναζεσταμένο φαί. Ή και όχι.
Χάος. Άνω-κάτω τα ράφια του σπιτιού, από τη βιβλιοθήκη του σαλονιού, μέχρι του υπνοδωματίου. Το Βιβλίο Κόλαση τελικά ανακαλύπτεται σε δεύτερο πλάνο, κρυμμένο διακριτικά πίσω από άλλα, μη διαβασμένα. Θα 'θελα να είναι έτσι. Τα διαβασμένα να παροπλίζονται και να δίνουν τη θέση τους στα αδιάβαστα, σε μία τακτοποιημένη προβλέψιμη και δίκαιη ακολουθία που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα, γιατί εγώ τώρα θέλω να ξαναζήσω το Βιβλίο Κόλαση, ενόσω με κοιτάζουν στα μάτια, οι πολύπαθες και αδικημένες Ιστορίες από την Κολιμά.
Χτυπά το τηλέφωνο και είσαι εσύ που ήρθες και μου ανοίχτηκες σαν ολοκαίνουργιο βιβλίο, πρόσφατα. Σου λέω με τη διαδικασία του κατεπείγοντως "πάρε το Βιβλίο Κόλαση, αν κυκλοφορεί ακόμα" και σου εξηγώ με πόσο ασίγαστο πάθος για τις σελίδες του ξύπνησα σήμερα το πρωί. Σε κλείνω βιαστικά, για να μη χαθεί το μομέντουμ και κοιτάω τα άδεια χέρια μου. Κόλαση! Που το έβαλα η αφηρημένη; Το βρήκα και το έχασα δυο στιγμές μετά, μέσα στο αλάφιασμά μου. Παίρνω σβάρνα όλο το σπίτι και ένα-ένα τα ράφια. Κι' άλλα αδιάβαστα ανακαλύπτω. Στα όρια του πανικού, πλέον και πουθενά το αντικείμενο του πόθου μου.
Μια ώρα στροβιλίζομαι, σα ζαλασμένη σβούρα και η αναζήτησε φέρνει αποτέλεσμα  μηδέν εις το πηλίκο. Το Βιβλίο Κόλαση ξανακρύφτηκε στη χώρα μακριά από το οπτικό μου πεδίο. Μπορεί ασυνείδητα να το έκρυψα εγώ, για να τιμήσω το όνομά του. Μπορεί να κρύφτηκε από μόνο του, για να επιβεβαιωσει τον τίτλο του.
Αποφάσισα να μη διαβάσω κανένα βιβλίο πάλι σήμερα, γιατί αυτή τη φορά όλα θα είναι Κόλαση, αλλά όχι η αυθεντική. Μια αιτιατή, ίσως, ανθυποαναπληρωματική.


Υ.γ. Το Βιβλίο Κόλαση θα βρεθεί σε ύστερο χρόνο στην κατάψηξη, άγνωστο αν βρέθηκε εκεί από καθαρή βουλή, ή από χέρι.

Tuesday, November 06, 2018

Σσσσσσσ....

Ο τρόμος χορταίνει
Αντίδωρα και νάματα,
Και αποκοιμιέται
Με προσευχές και ανάμματα.
Έτσι περνάμε ακροπατώντας
Από το σήμερα στις κάμαρες του αύριο,
Αναίμακτα και οριακά.
Αρκεί ένα τυχαίο ατύχημα
Ένα στραβοπάτημα, μια έκτακτη ανάσα,
Ένα τρίξιμο στο πάτωμα, ένα χαλικάκι στο παράθυρο
Από περαστικόν ερωτευμένο,
Για να ξυπνήσει στα σκοτάδια το τέρας.

Πάτερ ημών
Ο εντός αδρανής,
Θύμισέ μου επειγόντως
Tο όνομά του.




Monday, October 29, 2018

Vultures




"Bona fide"
Is the password for the
Majestic, winged
Recyclers of Goodwill
To approach and consume
The believer's warm entrails.
Before that,
Gathered in circle
They wait in safe distance,
Until it is confirmed that
They are dealing with a lucious entrée
Rather than a cold-blooded killer
(a hypocrite tueur! - leur semblable, - leur frère)


Saturday, October 27, 2018

Coin

The further away,
Toward the West
The quieter the prey;
The deadlier it gets.

Saturday, September 15, 2018

John Meacham’s speech

Εarly access to life’s biggest problems,
I had. 
That is,
We are all created equal and then 
All Hell breaks loose for each one,
Separately and alone.
It’s the aftermath of birth that makes the umbilical a cut lifeline.
Fear is the anxiety produced for the loss of what we love.
Fear is the anxiety produced from the love of what we lose.
Trafficking fear is where we are now in Time.
History may not repeat itself, but it does rhyme.
You have three words to describe yourself: 
lose.

Friday, August 24, 2018


Ώρα για το χάπι σου

Έχω φίλους που είναι εγκαταστημένοι μόνιμα σε ένα σύννεφο διαρκούς άρνησης, για να επιβιώσουν. Και το καταλαβαίνω. Αλλά πλέον τα θέματα συζήτησής μας, για να αποφεύγονται οι προστριβές, οι εξαντλήσεις και οι πτώσεις τους στο τσιμένο της πραγματικότητας είναι το εξής ένα: ο καιρός. Δεν το λέω με καμία πρόθεση ειρωνείας, ή ευτελισμού της θέσης τους. Μακάρι να είχα κι εγώ ένα τέτοιο σύννεφο και μηχανισμούς αυτοάμυνας παρόμοιους. Δεν έχω. Έχω αυτοάνοσο. Φταίνε οι βλάβες και οι απανωτές απώλειες που ξήλωσαν το αλεξίπτωτο και η επαφή με το τσιμέντο ήταν μία και καλή.
Στον αντίποδα του Cloud9, έχω κάποιους άλλους φίλους, σε τέλεια απόγνωση, με βαθιά κατάθλιψη πλέον και συχνές κρίσεις πανικού, που τους έχουν συρρικνώσει σε εμβριακή στάση, σε ένα σκοτεινό, απομωνομένο σημείο αυτοεξορισμού, που δεν πατάει ούτε ο εαυτός τους.
Έχω και τον κολλητό μου, που είναι ογκολόγος στο δημόσιο και την έχει δει Αλμπερτ Σβάιτσερ, κάνοντας σοβαρή και υπεύθυνη εργασιοθεραπεία, για να επιβιώσει και να επιβιώσουν μαζί τους και κα΄ποιοι άλλοι. Συνειδητός, παραδέχεται ότι για εκείνον δεν υπάρχει προσωπική ζωή, παρά μόνο η επιστήμη του και οι ασθενείς του και το ξέρω καλά, το έχω ζήσει. Χρόνια τώρα, κάθε φορά που βγαίνουμε νιώθω την απέραντη μοναξιά του φίλου που τρώει και πίνει μόνος, με παρέα. Ο άλλος είναι δίπλα απών, συνέχεια σε ένα κινητό να δίνει συμβουλές σε πονεμένους. Σκληρή και οπαράλληλα θαυμαστή εμπειρία, η κάθε έξοδος μαζί του. Αυτός είναι σωτήρας και ψυχοπομπός, και ο μόνος χρήσιμος (μαζί με τους ομοίους του) μέσα στην περιρρέουσα απελπισία.
Τέλος, έχω και κάποιους φίλους που την έχουν δει Αντίσταση και για να επιβιώσουν λερώνονται συνέχεια με τα τρομερά που τεκταίνονται και βρίσκουν νόημα σε αυτή την εκδοχή επιβίωσης, να προσπαθούν δηλαδή να αφυπνίζουν τους ναρκωμένους, μέσα από τα σόσιαλ μήντια, μήπως και κάποιος άλλος, με τη σειρά του, αφυπνίσει κάποιους άλλους και κάντο αυτό πίνακα Μαγκρίτ, με το κάδρο μέσα σε κάδρο μέσα σε κάδρο...
Μου θυμίζει όλη η κατάσταση το Μάτριξ και το Walking dead. Με τους λίγους που είναι ζωντανοί, έξω από τα κουκούλια, και αντικρύζουν τη φρίκη σε όλο της το μεγαλείο, γιατί δεν μπορούν να κρατήσουν τα μάτια τους κλειστά. Αυτοί που θέλουν να παρακολουθούν τη φρίκη και να κοιτάνε το τέρας στα μάτια ακόμα, όλο και περισσότερο χάνουν τις δυνάμεις τους, όλο και περισσότερο εξαντλούνται από τη Λερναία Ύδρα και χάνουν το λογαριασμό με τα κεφάλια που πετιούνται ολοένα και περισσότερα. Δεν είναι ούτε Ηρακλήδες, ούτε Νίο. Χαμένοι είναι κι αυτοί, κακομοίρηδες. Ήταν απλά νέοι κάποτε σαν τα παιδιά τους, μέσα σε κουκούλια, αλλά τους ξέρασε έξω στο τσιμέντο με γδούπο η 'βλάβη' (malfunction, danger, danger!) και οι απώλειες. Σα να ξύπνησαν πρόωρα από την καταστολή, εν μέσω διαγαλαξιακής πτήσης. Κι άλλη αναφορά σε έργο.
Εγώ δεν ξέρω ακριβώς που ανήκω σε όλο αυτό. Πότε αισθάνομαι Νίο, πότε εκατό χρονών ανήμπορη, πότε μέσα σε ελάττωματικό κουκούλι μίας χρήσης, που δεν κρατά παρά ελάχιστο χρόνο και σκάει ξαφνικά, για να με ξεράσει σαν το alien.
Τώρα που κατεβαίνω Ελλάδα, έχω άγχος, για τις διαφορές προς το χειρότερο που θα εντοπίσω και θα αντιμετωπίσω. Κάθε φορά, ο χρόνος μακριά τις κάνει όλες πολύ ξεκάθαρες και έντονες, γιατί δεν έχω το μιθριδατισμό της καθημερινότητας και οι ρήξεις, μαζί με τις δυσλειτουργίες γίνονται ολοένα και πιο αδυσώπητες. Ένα ξέρω σίγουρα: ότι θα μου λείψουν όλοι οι παραπάνω φίλοι μου, όσο μου λείπουν κι από εδώ. Είτε γιατί τα απαγορευμένα θέματα θα μας οδηγήσουν πάλι στα ανώδυνα, αδιάφορα, για τον καιρό, είτε επειδή δε θα είναι διαθέσιμοι, ο καθένας για τους διαφορετικούς, δικούς του λόγους. Ο Μ. θα γυρίσει και θα πει ότι κακώς επιστρέφω. Οι Έλληνες που έχουν διέξοδο πρέπει να ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους, αλλιώς είναι μαζοχάκια και μακάκες. Θα του θυμίσω ότι αν έχεις γεννηθεί στην Ελλάδα δεν παίρνεις ΠΟΤΕ διαζύγιο από αυτή. Είναι σαν Καθολικός γάμος, δια βίου. Είτε γιατί δεν υπάρχει αποποίηση της ελληνικής υπηκοότητας, όπως της αμερικάνικης, είτε γιατί έχεις πάντα ανοιχτές υποθέσεις, είτε γιατί είναι ακόμα η φορολογική σου κόλαση, είτε γιατί σου λείπουν οι πέτρες της, είτε γιατί αγαπάς τους ανθρώπους ΣΟΥ (πρώτο και τελευταίο αυτό, βέβαια). Η ξενιτειά είναι καλή για νέους, σαν τα παιδιά μας που τα πλάθουν όλα από την αρχή, εύκολα. Για εμάς, οι μνήμες είναι κύρια ονόματα των θλίψεων, ενικού ἀριθμού, μόνον ενικού αριθμού καί άκλιτα, παραφράζοντας την ποιήτρια και οι παλιές αγάπες ΕΊΝΑΙ ο παράδεισος, καταστρέφοντας και το τραγούδι. Ο Μ. είναι απλά πολύ θυμωμένος και τα λέει αυτά. Ξέρει πολύ καλά τι εννοώ και δεν τον παρεξηγώ, μόνο τον καταλαβαίνω.
Υ.γ.  Άσε που εγώ τη φρίκη των καταστάσεων και της καθημερινής διαστροφής την τρώω στέρεο με τσιπ και νταίηλι τραμπ. Οπότε τρέχω να ξεχάσω τη Σκύλλα στην αγκαλιά της Χάρυβδης.

Tuesday, August 14, 2018

F. A. R.


Εντάξει, περνάει ρυάκι αγωνιστικό, Fittipaldi. Από το 'Καλήν ημέραν Άρχοντες' του πρόπερσι, στο 'Γλυκύτατή μου Έαρ' του χρόνου, μια τζούρα είναι όλη κι όλη, το αρχείο  μνήμης της Χαράς. Ισούται με χίλιες απώλειες δια της απόλαυσης, η φρίκη εις το πηλίκον.
Τα ρούχα της εγκυμοσύνης είναι ακόμα στην ντουλάπα και το 'Last Christmas', στη Bora Bora του Κολωνακίου, η τελευταία καταγεγραμμένη μνήμη ασύστολης χαρά, με αριθμό πρωτοκόλλου. Οι άλλες όλες ακαταχώρητες, σε μπουλούκια πέρασαν, κυνηγημένες..
Θες πολύ να κάνεις αυτό το ένα τσιγάρο, να σταθείς στο πεζούλι, να καθηλώσεις μια γαμοστιγμή, να την ακινητοποιήσεις και να την κρατήσεις όμηρο. Ένα πάγωμα αποζητάς, να χαζέψεις για λίγο το υπνωτικό χορό του χνώτου της τρεχάλας. Δε σου βγήκαν όπως τα ήθελες τα οργανογράμματα. Θες να πάρεις τζούρα αργά και βασανιστικά τις μνήμες.
Τώρα, μπορείς να καταναλώσεις τα αποφάγια, αυτά που άφησε πίσω της γιατί δε χωρούσαν στη βαλίτσα και δεν ήθελε να τα πληρώσει ως Υπέρβαρο, η πρακτική και σύγχρονη νεανίς, με το μέλλον της για manual.
Θυμάσαι το δερμάτινο μπουφάν που της είχες αγοράσει πριν 5 χρόνια, δώρο Λάφυρο και "αχ- βαχ, υπέροχο, μανούλα μου!", δεύτερο δέρμα ήθελες να της γίνει, βλαμμένη Διηάνειρα, αλλά που σαν κάθε φυσιολογικό φίδι, το παράτησε εν μέσω της ερήμου Σου. 
Καλά να πάθεις να δένεσαι με τα δερμάτινα και τα αποξηραμενα, θεματοφύλακάς της κάθε αγαπησιάρας στιγμής. 
Πας και ξαπλώνεις τώρα στο γυμνό στρώμα, γιατί κάπου εκεί μέσα, ίσως κρύβονται
Κρυφά όνειρα κυταρικής μνήμης -κάπου διάβασες-  ή πας να ξεπλυθείς στον Ιορδάνη της Μπανιέρας της, μπας και εισπνεύσεις κάποιο υπαινιγμό που παράτησε πίσω και κοροϊδέψεις την πείνα της Απουσίας της -κάπου άκουσες ότι, κάτι.
Έτσι είναι η μάνα. Εγκατάλειψη Ανγκόρ Βατ, που περιμένει αιώνες το CNN να της πάρει Μια συνέντευξη για το δράμα των  ανενεργών χρόνων, που εμπεριέχονται σε ένα μόριο αγάπης. Φάε ένα ντόνατ, να συνέλθεις.
Μια στιγμή, κάτι έκανε μπλινγκ στο τηλέφωνο, αλλά δεν είναι μήνυμα. 
Είναι το tracking device της πτήσης της. Όλο και απομακρύνεται, για το καλό της. 
Τυχερή και καλά να είναι. Όσο πιο μακριά, τόσο πιο καλά! Να θέλεις και να μην μπορείς, ένα πράγμα. 
Εγωίστρια, μήτρα. Άστη να φύγει, λέμε, να σωθεί!
Εν, δυο, εν δυο! Κάνε κάτι εποικοδομητικό εσύ, για το πέθνος.

Friday, June 08, 2018

R.I.P. M.I.K.O.
























"Unusual thing, indeed"  

What an unusual thing 'tis To encounter such a soul there. "There" being the space which through a strange neglect Permeated the soul, That it, in turn, was permeated with dripping raindrops which dripped through because the journey Neglected wetness; Because the journey was undertaken in such a manner That the sound of dripping rain was lost in the music. Music,
being the stage, the wooden panel
on which the predictable frenzy was sweating 
its pathetic hour upon the role,
that entangled with given time,
it created the predictable impermeability
for spontaneity not to penetrate.
Spontaneity,
being the chemical union of destruction
and salvation, 
that could have composed
all the precipiatation music that was lost in the sounds,
that would have dissolved the resistance to 
a little more interactive time of coexistence,
that is.



P.S. i don't know whom I am missing here. You, me, both? I have to say that on one take I am envying you, for trashing this shit. On another level, I hate you for leaving me in this shit. I cannot come to terms with a lifetime arrangement that does not include your intellect and your intake in it. It is pure shit. Do I want to live in it, without my choice of humans, like you. A very valid question. I will have to decide.
 I will let you know. Not that you will give a shit.




Tuesday, June 05, 2018

Ivan K. Osokin, πως γίνεται τώρα, αυτό;



sfx:  'Τe Deum', του Bruckner, γιατί έτσι θα σου αρέσει.

Σε είδα για πρώτη φορά να κατεβαίνεις εκείνη την μαξιμαλιστική σκάλα του Σεμίραμις, ντυμένος με μπλέηζερ, χρυσοκουμπωμένο και πορτοκαλί pochette και θυμήθηκα τον προσδιορισμό 'δανδής', που μου είχε αναφέρει σε ανύποπτο χρόνο ο κοινός μας αγαπημένος Β. και μοναδικός λόγος που ήρθαμε σε επαφή. Επιθυμούσαμε μάλλον διακαώς, και οι δύο μας ένα υποκατάστατό του. Εγώ, επειδή δεν μπορούσα να είμαι πλέον μαζί του κι εσύ, επειδή ήθελες να μυρίσεις πάνω μου τα υπολείμματα από το άρωμά του. Με άλλα λόγια ήμασταν πλασμένοι ό ένας για τον άλλον, ως ό,τι πιο κοντινό υπήρχε σε Β., ελλείψει του ιδίου. Μια συμβιβαστική, αλλά εξαιρετική λύση για εκείνη την ώρα, 10μμ, κάποιο Σάββατο ζεστού μήνα του 2007. 
Η πρώτη δική σου εικόνα είναι η περήφανη και επιβλητική σου σιλουέτα να στροφάρει τη σκάλα, με τον αέρα του διπλωμάτη και να φρενάρει θεατρικά μπροστά μου -απότομα και χορευτικά ταυτόχρονα- σαν ευπρόσδεκτη εισβολή. Από εκείνη τη στιγμή, απέκτησες τη δική σου γειτονιά από νευρώνες, στη χώρα των μνημών, που την ονόμασα 'Μεγάλου Κωνσταντίνου, του Β'. Φυσικά και κοντοστάθηκες μπροστά μου, ενώ καθόμουν περιμένοντάς σε στο τραπέζι μας και με σπούδασες ταχύρρυθμα, χαμογελαστός αρχικά και στη συνέχεια ξεσπώντας στο χαρακτηριστικό σου γάργαρο γέλιο, με κρεσέντο ένα στεντόριο "Μα αυτό είναι θαυμάσιο! Είσαι ακόμα πιο καυτερή απ' ό,τι νόμιζα!" 
Από εκείνη τη μέρα με αποκαλούσες 'πεπεροντσίνο'και εγώ 'Ιvan K. Osokin, βαγκνερικό αρχιερέα της αέναης επαναφοράς'  κι ας μου έλεγες πάντα με στόμφο πόσο μισούσες άσπονδα το μπαρόκ και τους ρομαντικούς...
 O κοσμογυρισμένος διπλωμάτης, ο μεγαλοφυής αφοριστής των πάντωνο master chef και γευσιγνώστηςτης ζωής, ο αρχιερέας των απόκρυφών της, και άλλοι πολλοί κορυφαίοι στο είδος τους, που όλοι μαζί έφταχναν εσένα, δεν ήταν επουδενί ένας συνδυασμός για χόρταση και απερίσκεπτη κατανάλωση, για εμάς τους ερασιτέχνες των ειδών σου.
Σαν τελικό προιόν πολλών αποστάξεων, ήθελες αυστηρή δοσολογία και σταγονόμετρο, για να σε αντέξει κανείς σε βάθος χρόνου. Όπως και για όλους τους άλλους που άγγιξες στη ζωή σου, έτσι και κάθε δική μας επαφή -αν και παρέμενε πλατωνική- ελόχευε τον κίνδυνο της υπερβολικής δόσης. Και επειδή δεν μπορούσα να ελέγχω τις δόσεις σου, προσπαθούσα να ελέγχω τις ώρες έκθεσης σε σένα. 
Δεν το κατάφερα όμως για πολύ. 'Αρχισες να με τρομάζεις μέσα από τη βουλιμική γοητεία σου και την επικίνδυνη μαγεία των προκλητικών μας στιχομυθιών, που θα μου μείνουν αξέχαστες για τη μουσικότητα και το βάθος πεδίου τους. 
Εκείνο το βράδυ στις 3 το πρωί, που με πήρες τηλέφωνο και με ξύπνησες με ταχυκαρδία, σου ψιθύρισα να μη με ξαναπάρεις ποτέ ξανά και σοκαρίστηκα με τον εαυτό μου για αυτή τη βίαιη αντίδραση , εκ των υστέρων. Φυσικά ήταν μεγάλη η προσβολή αυτή για έναν δανδή. Φυσικά και δεν με ξαναπήρες ποτέ. Αυτό όμως το "μάλλον θα χρειαστεί να με παντρευτείς" που μου πέταξες, ήταν σαν χτύπημα από ηλεκτροφόρο χέλι. Συμβαίνει σε ελάχιστους και το θυμάσαι μια ζωή...
Έχω τις αναμνήσεις από την ωραιότερη εικονική πραγματικότητα με το avatar σου, Ivan K. Osokin, όπου οι δημόσιοι διάλογοί μας στο μπλογκ μου θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος μιας απόκρυφης ερωτικής λογοτεχνίας, με θέμα το infinito. Σταμάτησαν όλα απότομα, όπως ξεκίνησαν. 
Έμαθα παντρεύτηκες μια συνάδελφο. Έμαθα πήρες προαγωγές. Έμαθα έζησες εδώ κι εκεί στον κόσμο, όπως σου ταίριαζε, τόσο παντοκράτορας που ησουν. Έμαθα χώρισες και ξαναπαντρεύτηκες. Έμαθα ξαναχώρισες, παραιτήθηκες από τα υψηλά σου πόστα. Έμαθα αποφάσισες να ζήσεις σαν τον Μπουκόσφκι, άνεργος, σε ένα ύποπτο κατάλυμμα υποβαθμισμένης περιοχής, με μία βαλίτσα, ένα λαπτόπ και μπόλικη βότκα. Νουάρ αντιήρωας, πρώην μεγαλοαστός, νυν μόνιμος θαμώνας πανσιόν ημιδιαμονής, πέμπτης κατηγορίας. Πρωταγωνιστής στη δική σου μαύρη παραγωγή.
Παρακολουθούσα από μακρία το οκειοθελές, σχεδόν εμμονικό πέρασμα στον δικό σου κάτω κόσμο, με διεξιοτεχνικά βήματα αποδόμησης καριέρας και προσωπικής ζωής. Ένιωθα ή ήλπιζα βαθιά μέσα από τα δικά μου σκότη, ότι όλο αυτό το σταδιακό ταξίδι μακριά από το φως ήταν ένα έντεχνο πείραμα για σένα. Μια ιδιοφυής τέχνη της καταστροφής και της αποσύνθεσης. Σαν συμπληρωματικός αντίποδας του ασκητή, επεδίωκες τη φώτιση και την διανοητική κορύφωση, όχι μέσα από την στέρηση, αλλά μέσα από μια βαθμιαία και επιμελή διάρρηξη των σχέσεών σου με τους ανθρώπους, το ξέσκισμα στις φόρμες και τα πρότυπα και το διαμελισμό του ίδιου του κορμιού σου. Όλα αυτά ταυτόχρονα. Ένας αριστοτέχνης σήριαλ κίλερ του εαυτού του και του κόσμου. Σαν άλλη γάτα του Τσεσάιρ, εξαφανίζες μέρα με τη μέρα τα ίχνη σου, σβήνοντάς τα με πολλά μπουκάλια αλκοόλ, μέχρι να πετύχεις την πολυπόθητη σιγή ασύρματου. Εκείνο το 'είμαι και δεν είμαι' της γάτας του Σρέντινγκερ
Και την διεκπαιρέωσες με λύσσα την τέλεια αποδόμηση, μέχρι το τέλος. Όταν μας πέταξες το δικής σου επινόησης δημόσιο ουρητήριο α λα Μαρσέλ Ντυσάμπ στα μούτρα ως δραματική κατακλείδα και μας παρουσίασες την προκλητική σου εκδοχή του'ex nihilo, nihil fit', καλλιτεχνημένη από εσένα, με εσένα ως υλικό και μέσο. "Όσο πιο σοκαριστικό για τους άλλους, τόσο το καλύτερο για το αποτέλεσμα".  Έτσι δεν ήθελες;

Θα σε θυμάμαι πάντα Ιvan K. Osokin, να κατεβαίνεις τη στριφτή σκάλα, ντυμένος με εκείνο το χαμόγελο, που έλεγε 'δεν έχεις καταλάβει τίποτα ακόμα, dear, γιατί δεν έχεις δει τη φρίκη να χορεύει τανγκο κολλημένη πάνω στην έκσταση'.





"There will not be a storming out.

There will be a regrouping. Only the fittest will remain.

There will be no debris, either. The key is lodged deep within the heart and the collective unconscious offers us many a refreshing pool of wisdom, distilled, droplet by droplet, over century upon century of latent human godliness and millenia of struggling to emerge from the slime which we all were before we passed through the great gate of μνημοσύνη.

The key is to listen, as well as speak and sing. The key is not to 'want, want, want' but to swim with the river. The key is to love while knowing that you are loved. And you are loved.

YIKO."





Friday, May 04, 2018

μνημονιακό και ιδεώδες

Οι μνήμες είναι σπιτόγατοι. 
Πιάνουν με την πρώτη μια γωνία και δεν ξακουνιούνται από εκεί. 
Αν έχεις ακόμα τα μυαλά σου, ξέρεις ότι θα τις βρεις πάντα αμετακίνητες, 
στο ίδιο πάντα σημείο δίπλα στο τζάκι, που καίει πρωί βράδυ αποξηραμένες στιγμές. 
Οι ιδέες πάλι, είναι άλλου παππά ευαγγέλιο. Αεικίνητες.
Καθισιό δεν έχουν. Μια ζωή μετακόμιση. 
Αρκεί να πηδάνε σαν κατσίκια από κεφάλι σε κεφάλι
κι είναι ευχαριστημένες. Δεν είναι για σπίτι.
Από τη στιγμή που γεννιέται μια ιδεά, θέλει να φύγει, να πάει αλλού. 
Ο εφιάλτης της είναι να μη βρίσκει την πόρτα, για να βγει έξω.

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna