Πάρκαρα και σήμερα το αυτοκίνητο στο ίδιο σημείο
του παράδρομου της Κηφισίας. Βγήκα και καθώς το κλείδωνα, για πρώτη φορά, της έδωσα σημασία. Σα να μου τράβηξε υποσυνείδητα την προσοχή
η άηχη απελπισία της, να με ρούφηξε το αρνητικό πεδίο της, σα μαύρη τρύπα.
Πρέπει να έχω παρκάρει μπροστά της αμέτρητες φορές. Κάθε φορά, τραβάω
χειρόφρενο, βγαίνω στο ίδιο αυτό σημείο και της γυρνώ την πλάτη τρέχοντας προς
το δρόμο, την κίνηση και τις διεκπεραιώσεις μου. Κάθε φορά, εκείνη στέκεται εκεί,
ψηλή και μελαγχολική και αδιάφορη στους περαστικούς. Αυτή τη φορά όμως, στάθηκα και σαν τη γυναίκα
του Λωτ, γύρισα να κοιτάξω. Πρέπει να χτίστηκε στις αρχές του 70 με εκείνη την
αισθητική που υπαγόρευε παντελή έλλειψη συναισθήματος και προσωπικότητας, αλλά
πολυτελείς προδιαγραφές με ακριβά υλικά της εποχής. ‘Εχει πυλωτή για τα αυτοκίνητα,
στενά μπαλκόνια γύρω-γύρω και έναν μεγάλο χορταριασμένο κήπο. Ο οικοπεδούχος
είχε τοποθετήσει μαρμάρινα παλιά φορούσια εδώ και εκεί στην κοινόχρηστη πρασιά,
εν είδει διάσπαρτων ‘αρχαίων’, που κάποτε θα διακοσμούσαν ένα καλοκουρεμένο
γκαζόν. Τώρα, σα διάσπαρτα ακρωτηριασμένα μέλη, απλά επιβεβεβαίωναν τη
θνησιμότητα του κτίσματος. Μαγεμένη από το τριώροφο φάντασμα εν μέσω τόσης
ζωντανής αδιαφορίας, άρχισα να το πλησιάζω διστακτικά. Το πεζοδρόμιό του ήταν
γεμάτο περιττώματα σκύλων και σκουπίδια. Η καγγελόπορτα, μισοσκουριασμένη και
ορθάνοιχτη. Ούτε ένα αυτοκίνητο δεν υπήρχε στις θέσεις στάθμευσης των πάλαι
ποτέ κατοίκων.Τα παντζούρια ξεφτισμένα και όλα κλειστά. Σκέφτηκα ένα άδειο
καύκαλο χελώνας. Η γνωστή περιέργεια με έσπρωξε να κατέβω τα σκαλιά, για να δω
τι έλεγε το τοιχοκολλημένο χαρτί πάνω στο τζάμι της κεντρικής εισόδου. Ήταν
ειδοποίηση της ΕΥΔΑΠ από τον προηγούμενο μήνα, που παρότρυνε με επείγοντα τόνο
τον ιδιοκτήτη να επισκεφθεί άμεσα το αρμόδιο τμήμα, για να διαλευκάνει γιατί ο
μετρητής του δείχνει υπερκατανάλωση σε σχέση με παλαιότερους λογαριασμούς. Ο
ιδιοκτήτης δεν δείχνει να ενδιαφέρεται, ή να υπάρχει. Κοιτώντας τα κουδούνια
για να αποφασίσω τι από τα δύο ίσχυε, διάβασα ένα μοναχικό όνομα: Ν. Πάσχος, 3ος όροφος.
Ακόμα ένα κουδούνι δήλωνε ανθρώπινη παρουσία. Όλα τα άλλα ήταν κενά. Ν.
Πάσχος, ισόγειο. Ο κύριος Πάσχος υπέθεσα πως ήταν εκείνος ο καπετάνιος
που απομένει μόνος πάνω στο πλοίο που βουλιάζει. Στο βάθος της πυλωτής διέκρινα
ένα αυτοκίνητο. Ο κύριος Πάσχος οδηγεί ένα Audi 100 του 1980, υπέθεσα. Είδα ότι
η πόρτα του γκαράζ ήταν μπαλωμένη και λειτουργική. Ο κύριος Πάσχος πρέπει να
κινείται ακόμα. Απομακρύνθηκα από τη σκοτεινή και κλειστή είσοδο και έγραψα μια
περιμετρική βόλτα, για να εντοπίσω κάποιο επιπλέον ίχνος ζωής. Στον τρίτο όροφο
τα παντζούρια μιας μπαλκονόπορτας ήταν ανοιχτά. Ο κύριος Πάσχος θέλει να βλέπει
φως, ακόμα. Πριν βγω από την καγκελόπορτα στο παραμελημένο πεζοδρόμιο, εντόπισα
μια ντάνα καυσόξυλα επιμελώς στοιβαγμένη σε μια γωνία, έτσι ώστε να μην είναι
ορατή από τον δρόμο. Ο κύριος Πάσχος πασχίζει να διατηρείται ζεστός, ακόμα. Ο
κύριος Πάσχος παραμένει συνεπής στο όνομά του. Το παλεύει, ακόμα. Πρέπει να
είναι γύρω στα 80 και άδειος, όπως η πολυκατοικία του. Πρέπει να είναι
παραιτημένος στην πτώση του, όπως τα μαρμάρινα φορούσια στον χορταριασμένο κήπο
του, που κάποτε αποτελούσαν άποψη διακόσμησης και τώρα ανασταίνουν επίπονες
μνήμες παριστάνοντας πεσμένα μνήματα.
Κόποτε, κάποιοι ζούσαν μαζί με τον κύριο Πάσχο. Κλείδωναν πόρτες, τσακώνονταν,
διαταράσσοντας τις ώρες της ησυχίας του, του πλήρωναν κοινόχρηστα, τον καλημερίζαν
στο ασανσέρ, του εύχονταν χρόνια πολλά στην ονομαστική του εορτή. Ν όπως Νικόλαος,
Νικηφόρος, Νικίας, Ν όπως Nέος. Όπως τότε που το μικρό του όνομα νοηματοδοτούσε τη ζωή και υπερτερούσε ακόμα του
μεγάλου. Όπως γίνεται και με τα ζώδια, όπου ο ωροσκόπος αποκτά περισσότερη σημασία
μετά από κάποια ηλικία.


3 comments:
Κάπως σαν το μέσα μας, πολλές φορές, τη σήμερον...:)
Καλή χρονιά κι ευτυχισμένος ο Οβελίας ημών :)
και το μέσα μας και το έξω μας και το γύρω μας....
καλή χρονιά κι ευχισμένος ο οβολός ημών...
ΑΥΤΟΣ είναι δυστυχισμένος, ο Οβελίας είναι χαρούμενος που αργεί το Πάσχα φέτος ;)
Post a Comment