Monday, March 31, 2014

αλλη γορία



Γεννήθηκα θαύμα της φύσης. Το δέρμα μου ήταν βελούδινο κι ευωδιαστό σα σπάνιο ροδοπέταλο. Όλοι με πλησίαζαν σε απόσταση αναπνοής, μόνο και μόνο για να πάρουν μια βαθιά ανάσα από το άρωμά μου. Με ενοχλούσε πολύ αυτή η αδιακρισία του κόσμου, αλλά υπέμενα το κόστος της χάρης μου (ή τη χάρη του κόστους μου, δεν ξέρω ακριβώς). Το χρώμα μου συναγωνιζόταν τον ουρανό την ώρα που ο ήλιος κάνει βουτιά και κρύβεται πίσω από τον ορίζοντα. Τα μάτια μου ήταν λιμνούλες με γαλανοπράσινα νερά και ιριδίζοντα χρυσόψαρα. Κι εκεί τσαλαβουτούσαν οι περαστικοί, για να δροσιστούν. Όσο για το στόμα μου, αυτό ήταν η παπαρούνα που έφερνε την άνοιξη. Όλοι το περίμεναν να ανθίσει, για να ερωτευτούν. Γεννήθηκα έτσι, ήταν το τυχερό μου. Δεν έκανα τίποτα για να αξιωθώ να με δείχνουν οι άλλοι με το δάκτυλό τους.
Μια μέρα, καθώς γύρναγα σπίτι από την πόλη είπα να κόψω δρόμο από τα χωράφια -τα οποία παρεμπιπτόντως ήταν ολόιδια με εκείνο που ζωγράφισε ο Βαν Γκογκ στο τελευταίο του έργο- για να απολαύσω τη βόλτα μόνη, μακριά από την αδιακρισία του κόσμου. Καθώς απολάμβανα τα χρώματα και τις μυωδιές του καλοκαιριού, ένα σμήνος απο κοράκια εμφανίστηκε στον ορίζοντα -πάλι ακριβώς όπως απεικονίζονται στο έργο του ο Βαν Γκογκ- και απειλητικά σκοτείνιασαν τον ουρανό. Τόσο πολλά ήταν τα μαύρα πουλιά. Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα για να καταλάβω ότι ήμουν στόχος. Που να φανταστώ κάτι τέτοιο, αφού είναι γνωστό ότι τα κοράκια την πέφτουν μόνο στα πτώματα κι εγώ ένιωθα εξαιρετικά ζωντανή, ειδικά εκείνη τη μέρα. Όλα έγιναν ακαριαία. Το μόνο που πρόλαβα ήταν να πέσω καταγής καλύπτοντας τη μία μου πλευρά.Τα πουλιά άρχισαν να τσιμπολογάνε την εκτεθειμένη με τέτοια μανία που τα ξανθά στάχυα γύρω μου βάφτηκαν γρήγορα κατακόκκινα. Νόμιζα ότι δε θα μείνει τίποτα από μένα. Τόση ήταν η λύσσα των πουλιών. Ο φόβος με είχε παραλύσει. Δεν πονούσα γιατί οι μύτες τους έκοβαν σαν ξυράφια. Η ιδέα του πόνου όμως που θα ερχόταν ήταν ακόμα πιο τρομακτική από τον ίδιο τον πόνο. Αυτό το φονικό σκηνικό παρακολουθούσε από ψηλά ένα γεράκι που έγραφε αγέρωχα κύκλους πάνω από το χωράφι. Εκεί που περίμενα το τέλος για να ησυχάσω από τη φρίκη, εντελώς ξαφνικά, τα κοράκια πέταξαν μακρία και με εγκατέλειψαν, μισό πτώμα στη μέση του πουθενά, κίτρινο, κόκκινο και μαύρο στόχο. Το γεράκι κεντράρισε και προσγειώθηκε σα βέλος πάνω μου, κάρφωνοντας το δεξί μου μάτι με το δικό του γερακίσιο αριστερό. Εκεί σταθήκαμε μάτι με μάτι στους πέντε πόντους, κι εγώ με κομμένη την ανάσα περίμενα να περάσει το λεπτό που κράτησε δέκα χρόνια. Στη συνέχεια, το γεράκι αναδύθηκε αγέρωχα και χάθηκε στους αιθέρες από όπου είχε εφορμήσει. Τόσοι και τόσοι με κοίταζαν κάθε μέρα, κανένας ποτέ δε με είχε κοιτάξει τόσο αινιγματικά και διαπεραστικά. Ονόμασα το γεράκι μου Σωτήρη.
Τι είχε σώσει βέβαια δεν είχα ιδέα. Πόσο από μένα είχε απομείνει δεν μπορούσα να υπολογίσω. Ζαλισμένη και παραπατώντας σηκώθηκα. Η αίσθηση στο σώμα μου δεν είχε ακόμα αποκατασταθεί. Θα ερχόταν λίγο μετά μαζί με έναν αδίστακτο πόνο που θα με σάρωνε από την κορφή μέχρι τα νύχια. Για τρεις εβδομάδες ο πόνος θα ήταν ο μόνος που θα θυμόμουν. Πρόσωπα και πράγματα, όλα θολά και διάφανα σα φαντάσματα, ο πόνος συμπαγής και μονολιθικός σαν τοίχος. Όταν μετά από πολλά και πολύ επήλθε η επούλωση, ο πόνος των πληγών έδωσε τη σκυτάλη των βασανιστηριών στον πόνο της ψυχής. Η εικόνα στον καθρέφτη ήταν αμείλικτη. Ο εαυτός που τόσο αγαπούσαν και θαύμαζαν όλοι για την καθαρόαιμη ομορφιά του είχε αντικατασταθεί από ένα ημίαιμο θέαμα. έβλεπα μια εικόνα μισή από άγνωστο τέρας και μισή από την πεντάμορφη του παλιού καιρού. Η αριστερή μου πλευρά άθικτη, η δεξιά μου αγνώριστη, απάνθρωπη. Το σύνολο ακραία ανάμικτο, όπως και τα συναισθήματα που προκαλούσε. Θαυμασμός, οίκτος, φόβος, χαρά, χαρμολύπη, χαρμοτρόμος. Ούτε οι άλλοι, ούτε εγώ δεν ξέραμε τι να νιώσουμε. Στην αρχή αισθανόμουν σαν δύο. Τη μιά μέρα ξεχνιόμουν και ήμουν η όμορφη παρουσία και την άλλη ξαναθυμόμουν και κρυβόμουν. Ή απόλυτη σχιζοφρένεια και δυστυχία. Και τα δύο 'εγώ' μου ήταν το ίδιο έντονα και δεν υπήρχε περίπτωση το ένα να υπερτερήσει του άλλου και να του επιβληθεί. Με τον καιρό και μετά πολλές καθαρκτήριες πλύσεις από ολονύχτιες καταιγίδες δακρύων αποφάσισα να μην τρελλαθώ. Ο μόνος τρόπος για να το καταφέρω θα  ήταν να ενώσω τα δύο μισά μου σε ένα ολόκληρο. Να γίνω μισή συν μισή, αντί για το ένα ή το άλλο. Έτσι, η μία μου πλευρά έσερνε μαζί της την και την άλλη κάθε φορά, χωρίς να την απαρνιέται, μέχρι που μία όψη συμφιλιώθηκε με την άλλη και στη συνέχεια η όμορφη χάρισε ομορφιά στο τέρας και το τέρας έδωσε ασχήμια στην ομορφιά. Αντί για θαυμασμό ή πανικό που προκαλούσα αρχικά στους γύρω σιγά σιγά άρχισα να μην τους κάνω και τόση εντύπωση. Ξεκίνησαν να με συνηθίζουν και να με αντιμετώπιζουν όλο και με λιγότερη περιέργεια. Δεν με έδειχναν πια με το δάτυλο. Έγινα οικεία, κοινότοπη, καθημερινή, περαστική, ώσπου μια μέρα ανακατεύτηκα γλυκά μαζί τους και χάθηκα παρήγορα μέσα στο αδιάφορο πλήθος.
Σήμερα, αν με δεις, δε θα σταθεί η ματιά σου πάνω μου ούτε για μισό λεπτό. Η ομορφιά και η ασχήμια μου αγκαλιάζουν η μία την άλλη σε ένα αδιάφορο, ανώδυνο αποτέλεσμα, που με συγκαταλέγει στον χρυσό μέσο όρο.
Ακόμα φοβάμαι τα κοράκια. Έχω μια προσελάνινη κούπα με δύο ζωγραφισμένα πολύ ρεαλιστικά, για να εξορκίζω τη μέρα που έγινα μισή-μισή. Κάθε μέρα πίνω καφέ και τα κοιτάω στα μάτια. Όπως με κοίταξε ο Σωτήρης εκείνο το ένα δεκάχρονο λεπτό. Ποτέ δε θα μάθω γιατί αποφάσισε να μου χαρίσει τη ζωή. Αλλά τουλάχιστον ξέρω ότι μου την είχε χαρίσει.



3 comments:

Anonymous said...

Συγχαρητήρια...εξαιρετικό αλλά πολϋ "βαρύ"....αισθάνεσαι άραγε όπως γράφεις?

Dawkinson said...

ευχαριστώ.
είμαι πολλά βαρύς και όχι, τύπος :)

Dawkinson said...

Αλλά έχω χιούμορ (που απουσιάζει από το συγκεκριμένο κείμενο, βέβαια)

diagnosis

My Photo
i have nothing to declare, but a can of tuna