Monday, April 04, 2016

Μινσκ-Αθήνα, χωρίς επιστροφή





Είχαν περάσει πέντε χρόνια από τη μεγάλη λαϊκή επανάσταση. Όταν έγιναν τα μεγάλα γεγονότα και η ανατροπή του καθεστώτος στη μακρινή πρωτεύουσα της γείτονας χώρας, όλοι ελπίζαμε ότι οι Γερμανοί και μετά οι Πολωνοί θα μας προστάτευαν από τα γεγονότα. Έτσι έδειχνε αλλά μάλλον ήταν διακαής πόθος. Εγώ δεν καταλάβαινα γιατί πρέπει πάντα κάποιοι να μας φυλάνε από τους κακούς. Στο σπίτι υπήρχε μια ατμόσφαιρα ανησυχίας ακόμα και στις γιορτές, αλλά η ζωή κυλούσε λίγο πολύ όπως πριν. Ο μπαμπάς ήταν πάντα προβληματισμένος,  όμως προσπαθούσε να μην το δείχνει, ειδικά σε εμένα, ‘το παιδί’, λες και ήμουν χαζή και δεν καταλάβαινα ότι κάτι πήγαινε στραβά.

Στα γενέθλιά μου, εκείνη τη χρονιά μου έκανε δώρο μια σκυλίτσα μαυρόασπρη με φουντωτή ουρά. Κοιμόμουν μαζί της κάθε βράδυ και το πρωί μου δάγκωνε τα αυτιά για να ξυπνήσω. Την ονόμασα Λαρίσα, από Λάρα. Ήταν πολύ ζωηρή και σιχαινόταν τη δασκάλα γερμανικών τόσο πολύ, που ξεσήκωνε το σπίτι με τις τσιρίδες της. Eίχε διαίσθηση. Η φράου Γκέρτα δε με άφηνε να την έχω στο δωμάτιο όταν κάναμε μάθημα και έτσι τη σιχαινόμουν κι εγώ.
Μια μέρα η μαμά έκλαιγε σιωπηλά στο δωμάτιό της και την πήρα είδηση από τη μισάνοιχτη πόρτα. Της χάιδεψα τα μαλλιά και τη ρώτησα τι έχει. ‘Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά’ μου είπε, αλλά δεν την πίστεψα καθόλου, γιατί το 'ολα θα πάνε καλά' είναι σα να φωνάζει κάποιος 'βοήθεια!'. Όταν οι μεγάλοι λένε στα παιδιά όλα θα πάνε καλά’ εννοούν ότι όλα είναι χάλια. Την ξαναρώτησα τι έγινε και εκείνη μου είπε ‘άλλαξαν πάλι κάποια πράγματα στη χώρα και τώρα θα έχουμε άλλους αρχηγούς, αλλά όπως όλοι, έτσι κι εμείς, θα επιβιώσουμε’.
Ο κηπουρός μας ο Ανατόλ, ήρθε μια μέρα πολύ στεναχωρημένος και είπε στον πατέρα ότι δε θα είναι πια μαζί μας. Θα πήγαινε πίσω στο χωριό του, γιατί εδώ δεν τα έβλεπε καλά τα πράγματα. Κρυφάκουγα από το παράθυρο της κουζίνας. Οι γονείς μου του απάντησαν ότι τον καταλαβαίνουν. Εγώ πάλι, δεν έβγαλα άκρη, γιατί δεν μου εξηγούσε κανείς.

Η δουλειά του μπαμπά δεν πήγαινε καλά, όπως παλιά. Όλο για δυσκολίες μιλούσε και κάτι που λεγόταν ‘παρεμβατισμός’, αλλά αυτά δεν είναι για τα παιδιά. Εγώ έπρεπε να κάνω τα μαθήματά μου όπως πάντα και να μη σκέφτομαι πράγματα που δε με αφορούν.

Ήταν ένα μεσημέρι καθώς τρώγαμε στην τραπεζαρία, που χτύπησε η πόρτα και κάτι τύποι με περίεργες στολές μπήκαν στο σπίτι. Ζήτησαν από τον μπαμπά και τον Ρουσλάν τον μεγάλο μου αδερφό που ήταν 19 τότε, να τους ακολουθήσουν. Η μαμά έτρεμε και μου έσφιγγε τόσο πολύ το χέρι που μου κόπηκε η αναπνοή.  Κάτι της ψυθίρισε στο αυτί ο μπαμπάς και έφυγε με τον αδερφό μου μαζί τους, ‘για δουλειές’. Οι επόμενες μέρες ήταν σκοτεινές και δε θυμάμαι πολλά, καθαρά. Ένας συνεργάτης του πατέρα μου από μια άλλη, μακρινή χώρα μπαινόβγαινε σπίτι μας και κλεινόταν μέσα στο γραφείο του πατέρα με τη μαμά και μιλούσαν με τις ώρες χαμηλόφωνα για κάτι ‘papiers’ στα γαλλικά. Μέχρι και η Λαρίσα ήταν χωμένη συνέχεια κάτω από μια πολυθρόνα, από εκεί που χοροπηδούσε σαν κατσίκι.

Μερικές εβδομάδες αργότερα η μαμά με πήρε αγκαλιά και με φίλησε εκατό φορές. Εκεί πια ανησύχησα για τα καλά. “θα πας ένα ταξίδι με τον κύριο Μιχάλη, που είναι τόσο καλός φίλος του μπαμπά. Θα σε πάει διακοπές στη  χώρα του που έχει συνέχεια ήλιο και κρυστάλλινα νερά, για να κάνεις μπάνιο στη θάλασσα. Έχει και τρία παιδιά σχεδόν στην ηλικία σου και η γυναίκα του, η Μαρία είναι πολύ καλή μου φίλη. Θα περάσεις πολύ καλά. Λίγο μετά θα έρθω να σε βρω κι εγώ, αφού τελειώσω κάτι ‘δουλειές’. Ο μπαμπάς τα κανόνισε όλα.” Της είπα ότι δε θέλω να την αφήσω μόνη της, αλλά δε δεχόταν κουβέντα. “εγώ θα μείνω εδώ να περιμένω τον μπαμπά, να γυρίσει από τη δουλειά”, της είπα. Κάπως, δεν της είπα ότι φοβόμουν πολύ να πάω με τον κύριο Μιχάλη, αν και τον ήξερα από μικρό παιδί. Κάπως, ποτέ δεν της είπα ότι ξέρω πως ο μπαμπάς δεν είναι σε ταξίδι για ‘δουλειά’. Κάπως, δεν μου είπε ποτέ ότι ήξερε, πως ήξερα…

Όλα έγιναν μηχανικά και με πολλές σιωπές ενωμένες, σα σήματα μορς. Περισσότερες οι σιωπές από τις λέξεις. 
 Έφτιαξα μια βαλίτσα με τα απαραίτητα. Τη μέρα που θα έφευγα, η μαμά μου έφερε ένα εσώρουχο όπου είχε ράψει πάνω του τα τέσσερα κοσμήματα που αγαπούσε πιο πολύ. Δύο δαχτυλίδια και δύο καρφίτσες. Μου είπε να το φορέσω και να μην το βγάλω μέχρι να φτάσω. “Πάρε τα μαζί σου, να μου τα δώσεις όταν έρθω”, είπε. Με τσιμπούσαν, αλλά το έκανα. “θα φέρω τη Λάρα μαζί μου” πρόσθεσε. Έβαλα τα κλάματα, γιατί δεν την έλεγε ποτέ Λάρα και δεν μπορούσε με τίποτα να με κάνει καλά. Ξεγρυπνήσαμε αγκαλιά εκείνο το βράδυ, κάτι που δεν κάναμε ποτέ από τότε που ήμουν οκτώ. Μου χάιδευε τα μάλλιά΄όλο το βράδυ, ενόσω της έσφιγγα το χέρι. Την άλλη μέρα, ο κύριος Μιχάλης ήρθε, φόρτωσε τη βαλίτσα μου στο αμάξι και με φίλησε στο κεφάλι λέγοντας στη μαμά μου “τώρα έχω τέσσερα παιδιά”. Εκείνη γέλασε με ένα γέλιο δυνατό και συνάμα τρομακτικό, που δεν είχα ακούσει ποτέ να βγαίνει από μέσα της, από τότε που γεννήθηκα. Δε με φίλησε. Δε με χαιρέτησε. ‘Θα τα πούμε σύντομα’ είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω της με θόρυβο. Τα κοσμήματα στο εσώρουχό μου με δάγκωναν με λύσσα και με μάτωσαν στο ταξίδι, αλλά συνήθισα τον πόνο και τον αγάπησα, όπως όταν με δάγκωνε η Λαρίσα μωρό με τ ακοφτερά τηε δοντάκια και αυτός ο πόνος με εμπόδιζε από το να σκέφτομαι άσχημα πράγματα.
Δεν ξαναείδα ποτέ την οικογένειά μου. Οι πόρτες που κλείνουν, από εκείνη τη μέρα, είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να μου συμβεί.


Μινσκ, Λευκορωσία, 1922

4 comments:

Anonymous said...

Ιστορίες που γράφτηκαν με δάκρυα, δάκρυα κι άλλα δάκρυα. Τόσα πολλά που το δωμάτιο πλυμμήρισε ως απάνω και οδηγηθήκαμε στην ασφυξία. Τις ξέρω αυτές τις πόρτες που κλείνουν. Τις πόρτες που δεν ξανανοίγουν ποτέ. Γεμάτη βάσανα και κρίμα η ανθρώπινη ιστορία. Δρόμοι χωρίς αφετηρίες και χωρίς προορισμούς. Χαμένοι και χάμενα όλα, σε ένα παιχνίδι που παίξαμε παρά τη θέλησή μας. Με κανόνες και όρους που συνθέθηκαν εν αγνοία μας. Λύπη δυστυχώς αλλά όχι λήθη. Μόνο λύπη. Απέραντη, συνεχής και αέναη όπως τα βάσανα σε τούτο τον κόσμο...

Dawkinson said...

έτσι είναι. ακριβώς έτσι. και τα δωμάτια γεμίζουν συνέχεια μέχρι ασφυξίας.

Anonymous said...

Εξ ου και η Λάρα;;; Και το "Μαρία";;; Γδέρνει την καρδιά η ιστορία. Η ιστορία που, δυστυχώς, επαναλαμβάνεται...

Dawkinson said...

ντα.

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna