Saturday, April 30, 2016

πρώτο, πρώτης Αναστάσεως.

Πρώτη ανάσταση στο πρώτο. Λίγα λουλούδια κι ένα κερί από τον πλανόδιο που δεν έχει σπίρτα. Κάποιος που έχει θα'ναι κοντά, αποκρίνεται σαν ντοπαρισμένος, για να με ξεφορτωθεί. Καλά. θα τα βρούμε εκεί, σκέφτομαι, δίνοντας δύο ευρώ. Ελάχιστοι οι επισκέπτες, γένους θηλυκού όλες. Χήρες. Οι γυναίκες επιμένουν να αναπολούν… Στο σταυροδρόμι προς το μνήμα, δύο ρακένδυτοι υπερήλικες, μόνιμοι θαμώνες, παρακαλάνε για ένα κέρμα. Τους δίνω δύο. Λες και πέρασαν από το καφενείο της γειτονιάς, στο επόμενο στάδιο.  Οι τάφοι φαίνονται εγκαταλελειμένοι από την προηγούμενη φορά που είχα έρθει, πριν μισό χρόνο περίπου. Φρέσκα λουλούδια ελάχιστα, αποξηραμένα και άψυχα κοτσάνια, πολλά και διαμαρτυρόμενα. Ραγίσματα στα μάρμαρα φωνάζουν απουσίες συγγενών και αμείλικτη παρουσία καιρικών συνθηκών. Φτάνω. Ο οικογενειακός τάφος, εναρμονισμένος πλήρως με το σκηνικό της εγκατάλειψης. Πρώτη φορά που τον βλέπω έτσι μόνο, αφρόντιστο, χωρίς ίχνος ζωής. Βάζω τα λουλούδια στα παλιοκαιρισμένα βάζα. Ψάχνω για φωτιά, να ανάψω το κερί. Ο Αλβάνος κηπουρός με σταμπάρει από μακριά και καταφτάνει να μου δανείσει τον αναπτήρα του. Πέντε ευρώ για τη μέρα που είναι σήμερα. Αμέσως, φεύγει διαμαρτυρόμενος, γιατί περίμενε, φαίνεται, περισσότερα από συγγενή προνομιούχου οικοπεδούχου. Κι άλλοι ζητιάνοι πλησιάζουν σα μέλισσες το μνήμα μας. Έχω μείνει από ψιλά. Δεν μπορώ να τους εξυπηρετήσω όλους. Κάτι σαν ντροπή με θυμό μαζί, με λούζει. Δεν ήρθα εδώ γι αυτό το συναίσθημα όμως. Δύο λεπτά με κλειστά τα μάτια είναι αρκετά για να επικοινωνήσω με τα ονόματα στην πλάκα. Τους έχω συνέχεια μαζί, ούτως ή άλλως ολιμερίς και όπου να μαι. Το αφρόντιστο μνήμα δε με κρατά περισσότερο, παρά τα φρέσκα του λουλούδια. Θέλω να με κάψουν, σκέφτομαι. Να μην έχει το παιδί μου ενοχές που δεν έρχεται να με δει. Στο δρόμο για την έξοδο, οι ζητιάνοι πολλάπλασιάζονται σα φράκταλς. Κάποια ξέφτια της ζωής, αραγμένα στα παγκάκια με μάτια ανοιχτά, ατενίζουν κενά το πέραν.
Το πρώτο νεκροταφείο έχει σαλπάρει για τη λήθη. Οι παλιότερες γενιές το κρατούσαν ζωντανό, ασπρίζοντας μάρμαρα, φυτεύοντας λουλούδια και αναβοντας καντήλια, μέχρι να θαυτούν κι αυτές εκεί. Τώρα, οι επόμενες γενιές είναι αλλού. Δεν πιστεύουν, δε νοιάζονται, δεν έχουν χρόνο, δεν έχουν ελπίδα, δε θυμούνται. Το πρώτο είναι καθ' οδόν για να γίνει μουσείο. Γεμάτο μνημεία και σαρκοφάγους από μόνιμους, αγνώστου πατρός προγόνους, που δεν τους κλαίει πλέον κανείς σε βάθος χρόνου. Μόνο τα μάρμαρα θα είναι εκεί να τα θαυμάζουν περαστικοί από άλλους γονείς και άλλες γενιές.

1 comment:

Anonymous said...

"Κάτι σαν ντροπή με θυμό μαζί, με λούζει. Δεν ήρθα εδώ γι αυτό το συναίσθημα όμως."
Δεν έχω να προσθέσω ή να αφαιρέσω τίποτα. Απολύτως.-!

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna