Friday, June 10, 2016

Όραμα




Το κτίριο ήταν των αρχών του 20ου αιώνα. Μεγαλεπίβολη, ξενόφερτη αρχιτεκτονική, μιας νέας εποχής περήφανης, που πρόβαλε αναπνέοντας μια ελπίδα, μέσα από αποκαϊδια και πνιγηρές κρυψώνες. Πέτρα, τούβλα, φορούσια, μαίανδροι, ξύλο χαϊδεμένο και σκαλισμένο από χέρια  μαραγγού με όνειρα. Μπρούτζινα πόμολα, τζάμια  χαραγμένα με οργανικές φόρμες. Όλα καλυμένα με την αναπόφευκτη πατίνα του χρόνου και τις αναπηρίες που συνεπάγεται το βάρος της εγκατάληψης. Το ίδρυμα λειτουργεί ακόμα, μετά από ένα και βάλε αιώνα, σε πείσμα της αδιαφορίας του κράτους και των εκάστοτε κυβερνήσεων που στιβάχθηκαν λαίμαργα πάνω του, καταβροχθίζοντας το κοινωνικό του έργο και το αρχικό όραμα των εύπορων ιδρυτών του. Στέκεται ακόμα, μάλλον. Γιατί το 'λειτουργεί' είναι προς διαβούλευση. Τα ορφανά είναι όλα κορίτσια, από μηδέν μέχρι δώδεκα χρονών. Οι λειτουργοί πλέον και όχι πια υπάλληλοι, είναι επίσης γένους θηλυκού, της μητρικής φροντίδας, το γένος. Πρόκειται για νέα κορίτσια, που με υπερβάλλον το αίσθημα της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης, εργάζονται αδιάκοπα από το πρωί μέχρι το βράδυ και αντιμετωπίζουν όλα τα δυνατά μέτωπα που μπορεί να συνεπάγεται η φροντίδα παιδιών, μέσα σε ένα ερείπιο. Αλλάζουν πάνες, ταϊζουν, παίζουν με τα μικρά, αλλά εκτελούν και χρέη υδραυλικού, ξεβουλώνοντας τουαλέτες με αποχετευτικά σάπια. Γιατί τα κορίτσια έχουν να πληρωθούν ένα χρόνο από το κράτος και έτσι η δυνατότητα πρόσληψης τεχνικών για όλα όσα χαλάνε δεν τίθεται καν ως ενδεχόμενο. Ή τα φτιάχνουν οι ίδιες, ή όσα χαλάνε παραμένουν στη μοίρα τους. Εξ' ου και τα πόμολα που λείπουν από πόρτες, ή κομμάτια παρκέ σπασμένα και αντικατεστημένα από μεδέρια γειτονικής οικοδομής.

Το κοριτσάκι ήταν δεν ήταν επτά χρονών. Η ορφάνια γραμμένη στα μάτια του με φωσφορίζουσα λάμψη. Το όνομα της κοπέλας που το φρόντιζε ήταν Κάλια, που σίγουρα έβγαινε από την Καλοσύνη και την Αγάπη που του έδινε. Το μικρό ήταν γατζωμένο πάνω της, οταν τις πρωτοείδα. Μου το σύστησε και εκείνο αμέσως με φώναξε 'μαμά'. Κάτι που με σόκαρε αρχικά, αλλά μετά κατάλαβα ότι έτσι αποκαλούσαν τα ορφανά όλες τις ενήλικες γυναίκες. Σιγά-σιγά το πήρα αγκαλιά και γατζώθηκε και πάνω μου, σα να με ήξερε από παλιά. Μου θύμισε τα πιθηκάκια, όπως τυλίγονται γύρω από τη μαμά τους. Τα ορφανά διψάνε τόσο για ασφάλεια και αγάπη, που νομίζουν ότι την οσφρίζονται σαν τα ζώα. Η Κάλια με παρακάλεσε να την κρατήσω για τη μέρα, επειδή έφυγε ακόμα μια συνάδελφός της από το ίδρυμα και έπρεπε να αναλάβει τις υποχρώσεις της. Το όνομα της μικρής, Οφηλία.

Το χάος στον πολυδαίδαλο και αχανή χώρο ήταν κυρίαρχο και κυριαρχικό. Η άγνοια της αρχιτεκτονικής του κτίσματος δε με βοηθούσε καθόλου. Η Οφηλία γαντζωμένη πάνω μου, παρακαλούσε να την πάρω σπίτι, και δεν καταλάβαινα αν εννοούσε να την επιστρέψω στην Κάλια και στο θάλαμο φύλαξής της, ή να την πάρω στο δικό μου σπίτι. Ήθελα να βάλω τα κλάματα σαν μικρό παιδί, αλλά με εμπόδιζε το μικρό παιδί στην αγκαλιά μου. Ανεβοκατέβαινα σκάλες και διέσχιζα διαδρόμους σε τρισδιάστατο σκηνικό του Έσερ, χωρίς να πηγαίνω δηλαδή πουθενά, απλά καταναλώνοντας ενέργεια και δύναμη. Η κόπωση δεν άργησε να σμίξει με την αβεβαιότητα, γεννώντας έναν πρόωρο φόβο, το προαίσθημα.

Τινάχτηκα στον αέρα και μούδιασα από την αδρεναλίνη στο ξαφνικό και εκκωφαντικό άκουσμα της ανδρικής φωνής να με γδέρνει από τα μισοχαλασμένα μεγάφωνα που αντηχούσαν στους ψηλοτάβανους χώρους. "Όλοι οι επισκέπτες και τα παιδιά καλούνται να παρακολουθήσουν το ημερήσιο φαινόμενο της τελευταίας ηλιακής ακτίνας πριν το σκοτάδι, από τη σοφίτα του κτιρίου. Όλοι παρακαλούνται να μπουν έγκαιρα στην ουρά, γιατί το φαινόμενο αναμένεται να λάβει χώρα σε 15 λεπτά και 40 δευτερόπλεπτα! Λίγοι τυχεροί θα μπορέσουν να το αντικρύσουν! Προλάβετε!"

Η πρώτη ανδρική παρουσία στο ίδρυμα, η απρόσωπη φωνή στα μεγάφωνα.
Πανζουρλισμός. Όλοι άρχισαν να τρέχουν. Ακολούθησα τον ρυθμό κι εγώ από αυτοματισμό.  Τα νύχια της Οφηλίας με μάτωσαν στο λαιμό. Μεσα στη βιασύνη και το σπρώξιμο, της έπεσε το ένα παπούτσι, αλλά δεν είχαμε την πολυτέλεια να σταματήσουμε να το πιάσουμε. Θα μας ποδοπατούσαν.
Η ουρά ηταν ασφυκτική. Τα κλειστά παράθυρα επιδείνωναν την αίσθηση πνιγμού. Τα λεπτά περνούσαν όλο και πιο απειλητικά. Η τελευταία ακτίδα ήρθε. Όσοι πρόλαβαν να την δουν άρχισαν να τρέχουν αντίθετα στο ρεύμα, ουρλιάζοντας και με τα χέρια στα μάτια. Η μαρτυρία τους, κατάρα τους. Η ασφυξία μεταταμορφώθηκε σε απόλυτο χάος. Κάτι μέσα μου, από τα βάθη του πρωτόγονου εγκεφάλου μου, εκείνο το αταβιστικό της επιβίωσης, μου υπαγόρευσε να τρέξω προς την έξοδο του ιδρύματος με όση δύναμη μπορούσε να μου δανείσει η αδρεναλίνη μου. Πατώντας πάνω σε σώματα με καμμένα μάτια και σπρώχνοντας άλλα αόματα κορμιά με ανοιχτά στόματα που ούρλιαζαν από πόνο, κουτρουβαλιαστήκα τις σκάλες, με την Οφηλία ένα με το σώμα μου, και δρασκέλισα το φουαγιέ, βγαίνοντας σε μια αυλή στρωμένη με πτώματα. Η πραγματική διαδρομή από την εξώπορτα του κτιρίου μέχρι τον κεντρικό δρόμο πρέπει να διήρκησε κάποια δευτερόλεπτα. Για μένα ήταν ένα ολόκληρο διάκενο, μεταξύ του θανάτου και της επόμενης ζωής.

Βαπτίστηκα με την Οφηλία αγκαλιά στη στάση των λεωφορείων της μεγάλης λεωφόρου. Δεκάδες οχήματα περνούσαν από μπροστά μας χωρίς νούμερα. Όλα ίδια. Της δεκαετίας του πενήντα. Η Οφηλία ξεγάντζωσε τα νύχια της από το λαιμό μου, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε "πάρε με σπίτι μαμά, νυστάζω".

Πρέπει να κινηθήκαμε με τόση ταχύτητα που να ταξιδέψαμε πίσω στο χρόνο, σκέφτηκα.Δεν εξηγιόταν αλλιώς η εικόνα από το παρελθόν που μας αγκάλιαζε. Τουλάχιστον εδώ, όλα κινούνται πιο αργά. Θα ξαποστάσουμε λίγο, καθησύχασα τον εαυτό μου. Θα έχουμε χρόνο να γνωριστούμε καλύτερα. Να τα κάνουμε όλα καλύτερα. Άρχισα να ψάχνω γύρω μου, μήπως στα άγνωστα πρόσωπα αναγνωρίσω εκείνο της Κάλιας.





No comments:

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna