Sunday, November 10, 2019

Νέα και ωραία πλάνη κείται αιμόφυρτη στο βλακόστρωτο της πραγματικότητας.
Φέρεται να έχει πέσει από τα σύννεφα.

Monday, October 28, 2019

:0

Κάνε το πείραμα της σύγχρονης επικοινωνίας, των σόσιαλ μήντια: Πες ότι σου συνέβη κάτι τραγικό. Το σπίτι σου άρπαξε φωτιά, σε λήστεψαν υπό την απειλή όπλου και σε έκαψαν με το σίδερο για τα ρούχα, προκειμένου να τους δώσεις ό,τι δεν είχες, γιατί ό,τι είχες το έχουν ήδη πάρει. Πες ότι σου χάκαραν το λογαριασμό στην τράπεζα και ότι όλες σου οι οικονομίες έκαναν φτερά για Ρωσία ή Κίνα, ή Β. Κορέα. Σκέψου κάτι τραγικό που αντέχει ο προληπτικός σου εαυτός και τράβα πέσ' το. Γράψε status update.  Αν είσαι από αυτους που ο κόσμος έχει ανάγκη να γλύφει με την ελπίδα ότι κάποτε θα ωφεληθεί από σένα με τον έναν ή άλλον τρόπο -αν έχεις δηλαδή αυλή- τότε ετοιμάσου για κατά ριπάς emoji με ανοιχτό στόμα κι εκείνα με τα δάκρυα. Όλοι οι αυλικοί θα σπεύσουν να σου συμπαρασταθούν. Πολλοί από αυτούς θα μπουν στον κόπο να γράψουν και σχόλιο ενσυναίσθησης. Σε μισή ώρα, πάνω από πενήντα συμπάσχοντες θα έχουν δηλώσει το παρόν στον τοίχο σου. 
Αν ανήκεις στην κατηγορία των μη εχόντων αυλή μην περιμένεις τίποτα περισσότερο από αδιαφορία. Κάποιοι μπορεί και να χαρούν επειδή το κακό δεν συνέβη σε αυτούς. Οι περισσότεροι θα το προσπεράσουν και θα το ξεχάσουν. Θα φροντίσει η μνήμη χρυσόψαρου ή το ότι δεν τους αφορά άμεσα και δεν επηρεάζει τη ζωή τους.
Αν έχεις δικούς σου ανθρώπους, να περιμένεις ανήσυχο τηλεφώνημα.
Αν δεν έχεις τους δικούς σου, μην περιμένεις να χτυπήσει το τηλέφωνο. Αν χτυπήσει θα είναι από την Elpedison, μην το σηκώσεις. 
Αν δεν έχεις δικούς σου και σου συμβαίνει όντως κάτι σοβαρό, μην μπεις στον κόπο να το κοινοποιήσεις. Δεν είναι πείραμα και εϊσαι μόνος να βαράς το κεφάλι σου σε τοίχο αληθινό. Ντουβάρι.

Sunday, October 13, 2019

Προς θαλασσογράφους


Έτσι όπως κολυμπάς μεσημέρι προς τη μεριά του αυγουστιάτικου ήλιου, το πετρόλ και το γαλάζιο ανακατεύονται σε μικρά βουναλάκια με κορφές από άσπρες πιτσιλιές, εκτυφλωτικές σαν το χιόνι. Αν γυρισεις την πλάτη σου κόντρα στον ήλιο θα δεις την ίδια σκηνή σε αποχρώσεις όμως του τυρκουάζ και ενός έντονου πορτοκαλί, αλλά χωρίς τις άσπρες πιτσιλιές. Ένα άλλο χρωματικό τοπίο, μια άλλη εκδοχή της. Το Σεπτέμβριο αυτό το έντονο πορτοκαλί ηρεμεί σε ένα απαλό κίτρινο που υποτάσσεται και βυθίζεται μέσα στο γαλαζοπράσινο. Καταλαβαίνεις ότι ο ήλιος κουράστηκε να είναι θυμωμένος και θέλει πια να ξαποστάσει.

Saturday, September 21, 2019

ρετρό

Το μέρος που σου πρότεινα να πάμε για τη βραδινή μας συνάντηση -παρά την επίμονη διαδικτυακή αναζήτηση να βρω κάτι ισάξιο με τα παλιά μας αγαπημένα στέκια- απεδείχθη δια ζώσης, κακόγουστο. Ντράπηκα με τη μία. Αχανές, κρύο και απρόσωπο, με διακοσμητικές μαύρες λάκες, καθρέφτες κι ένα αψυχολόγητο μπαρ-νησίδα στη μέση για ναυαγούς της αισθητικής. Οι κουρτίνες τύπου ‘γαλλικό μπιστρό’ έδιναν αίσθηση τηλεοπτικού πλατό για δραματική σειρά άλλης δεκαετίας και μου ´κάθισαν´ μαζί με όλο το σκηνικό τόσο βαριές που ήταν σα να τις φόραγα εγώ. Ένιωσα ακόμα πιο αμήχανα, όταν από την πρώτη μπουκιά κατάλαβα ότι το φαγητό ήταν καλό. Λες και αντιστεκόταν το μέρος την πλήρη του αποδόμηση και μας εμπόδιζε να διακωμωδίσουμε την επιλογή μου, για να αποφορτιστεί η ατμόσφαιρα. Μια σκουληκότρυπα μας είχε πετάξει σε άλλο χρόνο, προκρισιακό, με γυναίκες που φορούσαν βάτες, είχαν ψηλές κουπ, μπετοναρισμένες με κουβάδες λακ και άνδρες κοστουμαρισμένους με φαρδιά πέτα, που χασκογελούσαν βροντερά μοστράροντας μεγάλα ασπρισμένα δόντια σα μεζ καραμέλες, σωστοί πρωταγωνιστές του Μπουνιουέλ. Ακόμα και ηλικιακά ταίριαζαν με το όλο κόνσεπτ της χρονομηχανής. Δεν ήθελα να είναι έτσι η τελευταία μας νύχτα, με περιτύλιγμα από κακέκτυπο εποχής για τα σημερινά, αληθινά μας βιώματα. Μιλήσαμε περί πολιτικής κρίσης, για τη δημοκρατία που φθίνει και τις κοινωνικές προκλήσεις που επιφέρει αυτό, για την πτώση των ηθών και του ηθικού, αλλά δεν πλησιάσαμε τίποτα αυτοαναφλεγόμενο, προσωπικό. Εγώ, προσπαθούσα να κρατώ συνέχεια την πλάτη μου όρθια, για να διατηρώ μια στάση νεανική, ενώ παράλληλα βάραινα και κύρτωνα καθώς γέρναγα από πιάτο σε πιάτο. Γριά, εκατό χρονών ένιωσα στο επιδόρπιο, το οποίο και δεν μπορούσα να φάω γιατί είχε σπόρια που μου απαγορεύονται, αλλά κι εκεί έκανα δήθεν ότι τα κατάπινα ενώ τα έφτυνα κρυφά στην χαρτοπετσέτα. Έβλεπα ότι είσαι πτώμα από τη δύσκολη μέρα σου, αλλά αγκομαχούσες να μην το δείχνεις, για να μην το παρεξηγήσω ως απόρριψη. Στα βαρέα και ανθυγεινά και δυο μας τούτο το βράδι. Οσο καταπίναμε την κάμηλο, τόσο οι κουρτίνες μας καταβρόχθιζαν, ώσπου ζήτησες το λογαριασμό και ένιωσα λύτρωση για σένα και για μένα. Ήθελα τουλάχιστον να πληρώσω για την κακή επιλογή μέρους, αλλά δε με άφησες. Κι άλλες ενοχές για μένα.  Βγήκαμε στο αρκετά κρύο για αρχές Σεπτέμβρη βράδυ, σφιχταγκαλιασμένοι με τα λεπτά μας πανωφόρια και διασχίσαμε την σχιζοφρενικά άσχημη πλατεία -άδεια πια- με τα παραδοσιακά παγκάκια και τις έντονες φωτεινές στήλες από neon, ίδια όπλα των τζεντάι. Το σκηνικό της βραδιάς συνέχισε να θυμίζει μπάσταρδη εικόνα άλλης διάστασης, στημένο από ξεπερασμένο δημιουργό με οπτασίες νεωτερισμού. Ένας γέρικος σκύλος, θαρρείς από τα 80’κι αυτός, μας πλησίασε για ένα χάδι. Του το έδωσες χωρίς δεύτερη σκέψη. Μάλλον ήταν το χάδι που χρώσταγες σε μένα. Έτσι είναι, όταν δεν απαιτείς έγκαιρα, στα παίρνει άλλος. Φτάσαμε στο αυτοκίνητο. Απόρησες που είχα ακόμα το ίδιο μετά από τόσο καιρό κι εγώ δεν θέλησα να σου εξηγήσω ότι δουλεύει μια χαρά και ότι δε θα με κάνει πιο χαρούμενη μια απαστράπτουσα νεωτερικότητα στη ζωή μου, γιατί προσπαθώ να συντηρώ τα παλιά μου αγαπημένα. Εδώ δεν είπαμε άλλα κι άλλα σήμερα... Φιληθήκαμε σταυρωτά και καληνυχτιστήκαμε με το αμήχανο ‘θα τα ξαναπούμε σύντομα’. Το τέλειο κλείσιμο μιας καθωσπρέπει, ανείπωτης βραδιάς. Όταν έρθει η ώρα να ξαναβρεθούμε, μπορεί και να έχω πεθάνει, τόσο που με γέρασε το απόψε.

Friday, September 06, 2019

Life without Amazons

The steep and crooked cobblestone path to Arcadian places 
Will kill feet, capture breaths, blackmail hearts, maul and mar
‘One ripens from the journey’ mumbles pilgrim without car.
More: Wandering is weaved with wonders equal to a goal’s grace,
Oh hell; life without fast wheels means never winning any race.

There are fora to attend. Not log in, but walk in for a fact,
Share food, bear dislikes that cannot be turned, dare to attract and resent, 
Use the sounds that form words, let the lines on a face draw consent.
There are decisions to be made ad hoc; Relationships and diseases to contract.
Oh hell; life without clicks demands to actually interact. 

The struggle to battle and repel is not a constant in this land.
Amazons and Centaurs are tamed; they become a threat as you acceed to.
No need to resist impulses and cravings from the depths of your in situ,
Lie Injured in the front line of Lounge, worn out by the fingerfight command.
Oh hell; life without teleshopping is impossible to expand.

A knock on the door here and you don’t know what to expect
A friend casually dropping by, a neighbor to complain, a home invasion,
Or the one with the Scythe, taking you away for the ride without evasion?
It's not the evermore guy delivering deliverances -last order, Dutch death pod direct
From Hell. Life not by mail order, you can't accept nor reject.

Sunday, August 18, 2019

Μουσικό θέμα απογευματινής ραστώνης

Βογκητό (γέννα ή θάνατος)
Από κάμαρα διπλανής κατοικίας
Τρυπά περιοδικά το επίμονο χαλί της συλλογικής
Εμμονής που διέπει την κολλεκτίβα τζιτζικιών θερέτρου,
Ενώ το πηγαινέλα της θάλασσας στα βράχια
Κρατά το ίσο.
Ήχος σειρήνας τσαλακώνει στιγμιαία τη μονότονη συναυλία,
Για να χωθεί και να χαθεί στα βάθη της συμφωνίας
Αιωνιότητας και παύσεων.

Tuesday, August 13, 2019

Mater ex post et a priori

Να σου πω, λείπεις σαν τη φλούδα από το φρούτο της. Είμαι η τσίτσιδη βανίλια σου. Από τότε που με ξεφλούδισες με μία ακαριαία αριστοτεχνική κίνηση γιαπωνέζου σεφ που χειρίζεται λεπίδα Ginsu, Τρίτη απόγευμα, 6:18 μ.μ., πονάει ακόμα και το αεράκι που ανακουφίζει τους άλλους, τους φυσιολογικούς, με πέτσα. Εμένα ακόμα και το παραμικρό χάδι μου καίει τα σωθικά, με οξειδώνει. Εσύ ήσουν που με διατηρούσες ατόφια, σκληρόπετση και ανθεκτική, για να μπορώ να κάνω τον μάγκα, να νιώθω αήττητη, να στέκομαι κορδωμένη στην κορυφή του βουνού και να κοντράρω ανέμους. Μου την έσπαγαν εκείνες τις μέρες τα συρρικνωμένα αρρωστάκια και οι ευαισθητούληδες, γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω πως τολμούσαν να είναι τόσο αδύναμοι. Δεν είχα καταλάβει τότε ότι όλα τα βέλη που εξοστράκιζα ήταν η στιλπνή σου κάλυψη που τα απεμπολούσε. «Ήταν η αγάπη, βλάκα» να μου λέει η Alexa, κάθε πρωί που ξυπνάω και κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, μέχρι να πεθάνω, θέλω. Ήταν η αγάπη σου, ασπίδα προστασίας και πανοπλία, τότε που είχα την πεποίθηση ότι εγώ ήμουν απλά μια αυτόνομη υπερδύναμη.  Βλέπεις, εκείνη την εποχή όλα φώναζαν ‘εγώ!’ και η αγάπη σου ήταν βουβή και αόρατη και τόσο, μα τόσο δεδομένη, που το εκ των ων ουκ άνευ της την καθιστούσε ως μη ούσα. Αλλά επί της ουσίας ήταν μανδύας του Χάρι Πότερ. Τότε όμως με απασχολούσαν μόνο όλα τα γύρω από εμένα, φυσικά. Γιατί δε μου μιλάει, γιατί δε με θέλει, γατί με θέλει, γιατί δε μου δίνουν περισσότερα χρήματα, πότε θα μου δώσουν προαγωγή, τι θα μου αγοράσω, που θα με βγάλω, με ποιον θα με διασκεδάσω, πως θα σε αποφύγω για να μην με εκνευρίσεις. Ήμουν ρέμπελο νιάτο, χωρίς πολλή υπομονή και πολύ απασχολημένο, στην πρίζα και την πάνω σκάλα. Μετά, όλο και αυξάνονταν οι ταχύτητες, μέχρι που πήραν τις στροφές που παίρνει το πλυντήριο στον τελευταίο κύκλο και πού να βρω πια τον πολυπόθητο χρόνο, πάνω που άρχισα να αποκτώ τη απειροελάχιστη γνώση. Η ντροπή του Προυστ. Από μισάωρο μέχρι τέταρτο κρατούσαν οι συναντήσεις μας... Έτσι, με αυτά και μ’ αυτά, για πότε πήγε Τρίτη απόγευμα 6:18, ούτε κατάλαβε κανείς. Και δεν πα’ να χτυπιόμουν κάτω σαν χταπόδι στις και είκοσι, για να σε επαναφέρω και να μπορέσω να επανορθώσω για όλο το πριν και να σε ευχαριστήσω για όλα, να σου πω ότι τελικά είχες πάντα δίκιο με ελάχιστες εξαιρέσεις, να σε αφήσω να πεις όσα σε απασχολούσαν χωρίς να σε διακόψω, να σε διαβεβαιώσω ότι εκείνο το ‘για το καλό σου’ ήταν όντως πάντα για το καλό μου, για να σε πάω στο Σούνιο να κάτσουμε μαζί χέρι-χέρι, να κοιτάμε τη θάλασσα, όπου θα μιλάς με τις ώρες μόνο εσύ για να σε ακούω και μετά να σε πάω στην ταβέρνα για ψάρι που θα στο καθαρίσω από όλα του τα κόκκαλα. 
Αλλά καλά μου έκανες και με άφησες. Ο χρόνος σου δε βόλεψε τους χρόνους μου και αυτό έχει πάντα συνέπειες στην φυσική επιλογή, αποδεδειγμένα.  Έτσι έμαθα ότι τελικά ήμουν  εγώ που με άφησα να μην μπορώ ποτέ να κάνω όσα δε σου έκανα, να σου δώσω όσα δε σου έδωσα, να σου πω όσα δε σου είπα, γι’ αυτό και τώρα γυμνή, μαραμένη βανίλια στα 10 μποφόρ έχω τα κόκκαλα από τα ψάρια των άλλων να καρφώνονται ένα-ένα πάνω στο εκτεθειμένο μου σαρκίο να με κάνουν να μοιάζω με αποκριάτικο φραγκόσυκο και καρτούν Άγιο Σεβαστιανό. Ας μη βιαζόμουν συνέχεια να αποφεύγω τις αλήθειες σου, επειδή οι μισές ήταν άβολες και οι άλλες μισές δεν ήταν αρκετά συγκλονιστικές για την πολυσχιδή μου καθημερινότητα. Συγκλονίζομαι τώρα, κάθε μέρα, μια χαρά. No problem.

Saturday, June 29, 2019

ισορροπία

Πίνω το κρασί που δεν πίνεις εσύ, για να μην οξυδώνεσαι
και για να παραμένει η χημική μας ένωση πάντα ουδέτερη.

Friday, June 28, 2019

σκόνη


Η σκόνη άλλαξε το κλίμα μας σε έρημο, έκανε τις γλώσσες μας στυπόχαρτα, τα στόματά μας φιλιατρά, αλλά εκείνο το υπόγειο ποτάμι κάτω από το βλέμμα σου -εκείνο που λέγαμε Αχάροντα και γελάγαμε- με ρούφηξε και με ξέβγαλε στα παλιά, καλά νερά μας, εκείνα που μας παρέσυραν ορμητικά πάνω στα σχέδιά μας από υλικά του δρόμου και ξεβραζόμασταν -μετά από τρελές πλεύσεις και πολύωρα μακροβούτια- σε ορθάνοιχτες σπηλιές για τις απαραίτητες ανάσες και ανανήψεις. Αυτές τις σπηλιές τις εξημερώσαμε σε στέκια και αυτά τα στέκια πισωγύρισαν πάλι σε σπηλιές.
 'Κλειστόν, λόγω ανταλλαγής καιρών'.

Περπάτησα μαζί σου, δίπλα σου, αυτή τη φορά. Ούτε μπροστά σου, λικνιζόμενη επίλεκτη, ούτε όμως και πίσω σου, με σκυμμένο το κεφάλι, δεύτερη αναπληρωματική. Έτσι, αλφαδιά περπατήσαμε, με καμία διαφορά στήθους. Όπως συμπορεύονται πρώην αγωνιζόμενοι, εκτός αγώνα, πέραν αγωνίας, άνευ θεατών, σε χορταριασμένο στάδιο. Βηματίσαμε αργά πάνω στη σιωπή της σκόνης, που είναι ίδια η νέκρα του χιονιού όταν το στρώνει.
'Κλειστόν λόγω άκαιρου συγχρονισμού'.

Η σκόνη αυτή που λες, ξεκινάει λίγο-λίγο. Αρχίζει ως διάσπαρτα μόρια αδιαφορίας που μαζεύονται πάνω στα μικροσκοπικά δωράκια τσέπης  -μικρά, για να μη διατυμπανίζουν το 'εδώ είμαι'- που ανταλλάσσεις από πάθος και ξεμένουν στο ράφι, απαθή. Σιγά-σιγά εξαπλώνεται το πέπλο της σκόνης και τελικά καλύπτει με παχύ στρώμα αναισθησίας όλη την πόλη.
Έτσι συμβαίνει, όταν για καιρό κάποιος από τους δύο δεν πιάνει εκείνο το φτερό της ελπίδας, να ξεσκονίσει τη σχέση. Την αφήνεις να γίνει -και καλά- πατίνα και πάπλωμα θαλπωρής της κοινής σας ιστορίας, αλλά εκείνη αυτονομείται νομοτελειακά, για να σκεπάσει όλα τα πράγματα και όλα τα γεγονότα με τη θολούρα της αμφιβολίας, και όταν σκοντάψεις ξαφνικά στο ρείθρο του 'μα, έγινε κι αυτό, ή μήπως τα φαντάστηκα όλα;' να μην ξέρεις τι να απαντήσεις.
'Κλειστόν λόγω έγκαιρης καιροσκοπίας'.

Στο ίδιο εκείνο πεζοδρόμιο που περάσαμε επιμελώς τόσα χέρια ολισθηρότητες,
αφήσαμε διακριτικά τα ίχνη μας απόψε, για να μας βρουν όλα όσα μας εγκατέλειψαν, μην τυχόν και θελήσουν ποτέ να μας ψάξουν. Για την ακρίβεια, τα αφήσαμε για να τα βλέπουμε εμείς που μας εγκαταλείψαμε, να μας προειδοποιούν ότι μπορεί να πέσουμε πάνω μας, να μη μας έρθει απότομο και τρομάξουμε.
'Κλειστόν λόγω μίας στο εκατομμύριο'.

Monday, May 06, 2019

Wednesday, March 06, 2019

Κόλυβα

Ζουμερό στάρι με ζάχαρη άχνη και ρόδι.
Άπληστη, λάγνα απόλαυση, να τη γεύεσαι με τις δυο τις χούφτες
και μετά ύπουλα να σου ξεσκίζει τα σωθικά από μέσα σαν το alien,
Όπως ακριβώς ταιριάζει στο βαρύ το πένθος.

Sunday, March 03, 2019

3/3 forever

Sixteen years equal sixteen seconds. 
From the moment the trauma is inflicted 
To the visitation of Pain. 
Time is irrelevant in the abyss, 
And healing is a Chimera.
The dark gapping wound is the Singularity,
pounding like a flesh eating space flower 
waiting to explode.

Friday, January 11, 2019

Τόσο

Ο αντικαταστάτης Υπεύθυνου Καιρού και εποχικός υπάλληλος Εκτάκτων και Επικίνδυνων Φαινομένων, έξαλλος από το Αρχηγείο πετούσε χιόνι με τους κουβάδες, εκδικούμενος τον εργοδότη του που έκανε Χριστουγενιάτικες διακοπές κάπου που ήταν καλοκαίρι. Τέτοια λύσσα είχε η κακοκαιρία, εκείνη τη μέρα. Είχε καλύψει όλα τα χρώματα του κόσμου με εκείνο το άσπρο το αστραφτερά απάνθρωπο και εκτυφλωτικό, που χρειάζεσαι γυαλιά ηλίου ακόμα και τη νύχτα, για να μη στραβωθείς. Πληρώσαμε τον ταξιτζή τα δέοντα και κάτι παραπάνω, για να τον ευχαριστήσουμε που μας έφερε σώες στον προορισμό μας εν μέσω τέτοιας χιονοθύελλας. Καθώς μπαίναμε από το πολικό ψύχος στη θαλπωρή του κλειστού χώρου γεμάτου χνώτα, τα γυαλιά μου θόλωσαν και έχασα  εικόνα. Καθώς την αποκαταστούσα, παρατήρησα ότι στο αεροδρόμιο γινόταν το αδιαχώρητο. Πύργος της Βαβέλ. Όλες οι πτήσεις είχαν από δύο ώρες τουλάχιστον καθυστέρηση. Απόρησα βέβαια που υπήρχαν καν πτήσεις σε τέτοιο Αρμαγεδώνα, αλλά η Βοστώνη δε μασάει από χιόνια. Ξανασκέφτηκα τον ταξιτζή-ιππότη της ασφάλτου. Η Βίβιαν κι εγώ ήμασταν αποφασισμένες να περάσουμε γιορτές στα σπίτια μας, ακόμα και αν χρειαζόταν να φτάσουμε στο αεροδρόμιο με ναυλωμένα έλκυθρα που θα τα έσερναν χάσκι, ή ακόμα και με τα πόδια, αναλαμβανοντας εμείς τους ρόλους των χάσκι. Ήμουν η τελευταία από την παρέα, για να φύγει. Όλοι οι άλλοι είχαν ήδη γυρίσει πίσω και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μείνω μόνη στην άδεια φοιτητική εστία, παρέα με τους σκίουρους και τα παγωμένα μάρμαρα. Φοιτητομάνι είχε πλημμυρίσει όλες τις αίθουσες, εξαντλημένες φιδίσιες ουρές στα γκισέ, εκατοντάδες ζωντανά πτώματα στα πατώματα, περιμένοντας να τους αναστήσει μια ανακοίνωση. Εικοσιδύο Δεκεμβρίου και τα αεροδρόμια ήταν τα πιο πυκνοκατοικημένα σημεία του πλανήτη. Μετά από αρκετή ώρα ορθοστασίας βρήκαμε δυο τελευταιες καρέκλες στην καφετέρια, μαρκάροντας στενά από ώρα δύο τύπους που είχαν ζητήσει λογαριασμό, για να περιμένουμε τα φιρμάνια των δικών μας διαδρομών - η Βίβιαν για το Μαϊάμι και εγώ για την άλλη άκρη του κόσμου. Στο διπλανό μας τραπέζι, μια μικροκαμωμένη μελαχροινή ζωγράφιζε μετά μανίας με χρωματιστά παστέλ σε μικρό σημειωματάρι. Είχε τεράστια αμυγδαλωτά, σκοτεινά και αστραφτερά μάτια και δύο έντονα, συμμετρικά λακάκια στα μάγουλα. "Καλησπέρα" της λέω στα ελληνικά. Μη με ρωτάς γιατί στα ελληνικά, εν μεσω όλων των φυλών του Ισραήλ. Ήταν η μέρα πολύ φορτισμένη με σημάδια και προοπτικές και οι κεραίες μου έπιαναν Άρη. "Καλησπέρα!" μου απαντάει κι εκείνη. 'Δική μου, βέβαια!, σκέφτηκα. Την έλεγαν Αιμιλία, ήταν φοιτήτρια Καλών Τεχνών και εκείνη και περιμένε την ίδια πτήση για Αθήνα. Έπρεπε να είχα αγοράσει λαχείο, σκεπτόμενη αναδρομικά. Πιάσαμε κουβέντα, σαν να την είχαμε αφήσει από χθες. Πριν μπούμε στο αεροπλάνο, πήγαμε στο γκισέ και ζητήσαμε θέσεις διπλανές. Μετά από πολλά, όταν καθίσαμε και δέσαμε τις ζώνες μας είχαμε δέσει και τη φιλία μας. Αυτή η σχέση κράτησε τριάντα χρόνια σερί, με το "καλησπέρα" σας. Τις εννιά πρώτες ώρες γελάσαμε, μοιραστήκαμε όλα μας τα μυστικά μας κι αγαπηθήκαμε. Χωρίσαμε στην προσγείωση, για να ξαναβρεθούμε μετά ξανά και στις δύο ηπείρους, πολλές, πολλές φορές. Γίναμε μέλη και του κλειστού Boston group των 8.  Πολλά τα γλέντια και οι ανακάλύψεις μας...

Στην αίθουσα αναμονής, ο καθένας πια στην αγκαλιά της μάνας του και του πατέρα του και των αγαπημένων του. Φιλιά, λογοδιάρροια, λαμπιόνια και χριστουγενιάτικα στολίδια σε όλη τη διαδρομή από το Ελληνικό, να σπάνε όλα τα γιορτινά αγαπόμετρα. Μπαμπάς, μαμά, μετά από τόσους μήνες (ούτε σκάιπ, ούτε find my friends, ούτε messenger, μόνο γράμματα κι ένα τηλεφώνημα κάθε δέκα μέρες γιατί κόστιζε 100 δρχ/λεπτό). Με το που έμπαινα στο σπίτι, έκλεισα μάτια και πήρα βαθιά αναπνοή, να γεμίσει το μέσα μου με εκείνη την οικεία οσμή της εξ απαλών ονύχων ασφάλειας, της ανακατεμένης με τις μυρουδιές του Δεκέμβρη, ένα ποτ πουρί από σπιτικά μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δίπλες Ασημακόπουλου και φρεσκοκομμένο έλατο. "Δε θα ξαναφύγω, δε θα ξαναφύγω", έλεγα αληθινά στα ψέμματα, γιατί ήξερα ότι είχα γυρίσει στη χώρα του Ποτέ, μόνο για είκοσι μέρες. Δε θέλω να ξαναφύγω λεω και τώρα, που όλα είναι μόνο μνήμες... Νομίζω ότι όταν θα πεθαίνω και θα κάνω εκείνη την πολυδιαφημισμένη αναδρομή, αυτές οι σκηνές της επιστροφής θα είναι φαβορί για  Όσκαρ τίτλων τέλους.

Με το πρώτο βράδυ, ξεκινούσε το τεράστιο πάρτυ που κρατούσε μέχρι την επόμενη πτήση. Δε διαρκούσε ούτε δυο ώρες η επαφή με τους δικούς μου. "Πες μας τα νέα σου, πως πάει η σχολή, έδωσες όλα τα μαθήματα, πάχυνες, δεν τρως καλά, αδυνάτισες, δεν τρως καλά;" και πάνω στην επανασύνδεση αυτή, αρχίζανε τα τηλέφωνα να χτυπάνε ασταμάτητα. "Ήρθες;" "Να περάσω;", "Πότε θα περάσεις;", "Πάμε στο πάρτυ του Φάνη;" Οι φίλοι ήταν όλοι σε θέση εκκίνησης. Δεν προλάβαινα να ανοίξω βαλίτσα και ήμουν ήδη έξω από την πόρτα. Η μάνα, η καημένη, σε βουβή χαρμολύπη. Γιατί ο πατέρας ήταν πιο συμβιβασμένος με την ημαρμένη της απουσίας. Σιγά μην είχα τότε την ενσυναίσθηση να αφουγκραστώ, το βουβό κάλεσμα της μάνας. Τη λούζομαι τώρα όμως αυτή την 'αναλγησία', γιατί έχει η ζωή γυρίσματα, όπως έλεγε κι εκείνη...

 Η νυχτερινή ζωή της Αθήνας τότε ήταν σαν υφαίστειο με ζαχαρωτά, σε διαρκή έκρηξη. Οι κολλητοί έρχονταν σε επαφή με τους άλλους κολλητούς και οι νευρώνες του νυχτερινού ξεσαλώματος έμπαιναν στην πρίζα. "Απόψε έχει bora bora, έχουμε τραπέζι!", σου ανακοινώνε θριαμβευτικά η άλλη, στις 11 το βράδυ. Τρεχάτε ποδαράκια μας! Ντύσιμο 80'ς, μαλλί αλά Μαντόνα και ταχύτητες Σουπεργούμαν! Σου κορνάρουν από κάτω και ορμάς στη νύχτα με τις πιο άγρια αγνές διαθέσεις. Ποιο jetlag; Μας δουλεύετε; Είμαστε δεκαεννιά, βράζουμε και στο γόνατο όλα τα σφάζουμε! Στην πόρτα του club αν είχες γνωστό ήσουν αρχόντισσα. Αν σε θυμούνται κιόλας από πέρσι, ήσουν αυτοκράτειρα. Είναι πάντα μεγάλη η ουρά στο face control και κάνει και ψώφο. Τα μαγαζιά τότε σε διάλεγαν, δεν τα διάλεγες. Μεγάλο το τίμημα για να φτιάξεις αναμνήσεις, αλλά χαλάλι. Εμείς καταφέρναμε πάντα τον τάδε κολλητό και τον άλλο φίλο φίλου (όλη η Αθήνα ένα μεγάλο κλαμπ ήταν τότε) και μπαίναμε παντού πριν παγώσουν τα ακροδάχτυλα. Μέσα στην κρύπτη, χαμός. Κάπνα και θολούρα αγαπημένη και Last Christmas στα ηχεία, στη διαπασών. Ξέρω θα ξεράσεις, αλλά ήταν απαραίτητο χίτ της εποχής, φρέσκο τότε από τον φούρνο. Όποτε το ακούω, ακόμα και σήμερα, στιγμιαία ανασύρονται οι μνήμες από τις κρυψώνες τους. Δεν έβλεπες πέρα από τη μύτη σου στην υπόγα. Στο τραπέζι σε οδηγούσε η λατρεία της διασκέδασης, αφού διασταυρωνόσουν με δεκάδες γνώριμες φιγούρες που ξεπρόβαλλαν μπροστά σου ξαφνικά από την ομίχλη. "Ήρθες;!", "Ήρθα!". Πόσες τέτοιες ανταλλαγές εκπλήξεων μέχρι το μπουκάλι... Όλοι κάπνιζαν τότε. Μα όλοι... Μετά τη Bora Bora, σειρά είχε το Εργοστάσιο, για κάτι πιο υπερκινητικό. Έκσταση ήταν, δεν ήταν χορός αυτό. Κυκλοφορούσε ευρέως και το χημικό ecstasy τότε, αλλά το σνομπάραμε με την παρέα. Τέσσερεις το πρωί θα μας έβρισκες στην κρεαταγορά για πατσά. Την άλλη μέρα είχε μια επανάληψη, ή μια εορτατική διανυκτέρευση στην Αγία Μαρίνα, στο εξοχικό του Φάνη για την ανατολή. From dusk till dawn, δηλαδή. Περιμέναμε τον ήλιο να σκάσει μύτη εκεί με ποτά, μουσικές και έρωτες απρόσμενους. "Σε κοίταζε, "Μα, έχει έρθει με την Τάδε, την κολλητή του Δείνα!", "Ναι, αλλά εσένα καρφώνει", "Αποκλείεται, δες καλύτερα! Εσύ, μην καρφώνεσαι! Πιο διακριτικά" και άλλα τέτοια σοβαρά, ζωής και θανάτου. Αν ήσουν τυχερή, εκείνο το εικοσαήμερο έβρισκες και γκομενικό ενδιαφέρον, που πάντα έκανε τα πράγματα πιο εορταστικά και ραντίζε με περισσότερη χρυσόσκονη το ήδη βεβαρυμένο σε γκλίτερ σκηνικό.
Κάναμε μερικά τέτοια Χριστούγεννα στη ζωή μας, μετά κάναμε μεταπτυχιακά, σοβαρευτήκαμε, σνομπάραμε το παρελθόν, απορρίψαμε το Last Christmas, το χλευάσαμε, γίναμε πιο εναλλακτικοί, κάναμε σχέσεις, κάναμε καριέρες, κάναμε γάμους, κάναμε παιδιά, ξαναερωτευτήκαμε, βρήκαμε αδερφές ψυχές, βιώσαμε το απώγειο του ερωτικού μας εαυτού,  δημιουργήσαμε από την απώλειά του, αλλά....
Σαν τα Χριστούγεννα του Last  Christmas, δεν έχει αλλο σκηνικό για βραβείο αναδρομής. Μπορεί το δωμάτιο της συνάντησης με τον έρωτα της ζωής μου να μη θυμάμαι ακριβώς σε ποιο όροφο ήταν, αλλά τι ακριβώς φορούσα τη νύχτα της εικοστής τρίτης Δεκεμβρίου του χιλια εννιακόσια ογδόντα πέντε στο Rock and Roll, το θυμάμαι μέχρι τελευταίας παραμάνας, καρφίτσας και κομμένου γαντιού.






Thursday, December 27, 2018

Εκείνη, φτιαγμένη, καλοντυμένη και βαμμένη διακριτικά, με αέρα καλοαναθρεμένης και  μορφωμένης. Εκείνος, μουστακαλής και νταής παίζει αριστοτεχνικά το μπεγλέρι σαν επαγγελματίας ζογκλέρ. Κάθονται απέναντι στο ίδιο τραπέζι, με ένα φλυτζάνι ο καθένας μπροστά του για να γεμίζει το αμήχανο κενό ανάμεσά τους. Αυτός, προς Πειραιά μεριά ατενίζει. Η άλλη, προς Κηφισιά, σαν αντίθετοι συρμοί. Αναρωτιέσαι τι δουλειά έχουν μαζί. Κακό συνοικέσιο, όπου συναντούνται πρώτη και τελευταία φορά, ή το άλλο το συνηθισμένο, που ζούνε μαζί και πεθαίνουν σε χωριστά δωμάτια; Περιστέρια σουλατσάρουν γύρω από τα πόδια τους και τσακώνονται για ψίχουλα. Τα ίδα περιστέρια που  όταν μπαινοβγαίνουν στους θαλάμους του Ευαγγελισμού, για τους επισκέπτες είναι νοσογόνοι ιπτάμενοι αρουραίοι, ενώ για τους τρόφιμους, οιωνοί και ιεροί ψυχοπομποί.


Last time I checked, you were there.
Million blinks ago, give or take a day.
I can still smell your face cream as
I kissed you goodbye and promised
To wake you up tomorrow morning.

Sunday, December 02, 2018

Φορούσες αυτά τα σκουλαρίκια που σου είχα χαρίσει και δεν τα έχω σκεφτεί από τότε που έφυγες. Ούτε ήθελα βασικά να τα ξαναδώ και δεν μου πέρασαν από το μυαλό καθόλου, δεκαπέντε χρόνια τώρα. Ούτε μία φορά δε μου έλειψαν, σου λέω, ούτε και τα έψαξα ποτέ. Ξεγραμμένα τα'χα. Αυτά τα σκουλαρίκια λοιπόν φορούσες και τα θυμήθηκα στον ύπνο μου. "Κοίτα να δεις τώρα, που τα'χα ξεχάσει, αλήθεια που να είναι άραγε;" σκέφτηκα κοιμώμενη και πήγε κι έκανε κακές σκέψεις το μυαλό μου, γιατί όταν τα πήρα όλα σου τα κοσμήματα με το κουτί τους, κανονικά θα έπρεπε να ήταν εκεί μεσα. Είχες και εκείνη την αντιπαθητική τη γυναίκα που σε βοηθούσε και δε μου γέμιζε ποτέ το μάτι. Κακές σκέψεις, εύκολες έκανα.
Την άλλη μέρα που καθάριζα θυμήθηκα, δεκαπέντε χρόνια μετά, την κρυψώνα που σε είχα δει να χρησιμοποιείς στο σκρήνιο, μια φορά όταν ήμουν παιδί. Έκατσα και λιγο από εδώ, λίγο από κεί κατάφερα να ξεσυρταρώσω το ξύλο και να αποκαλύψω τον κενό χώρο . Βάζω το χέρι μου μέσα βαθιά και πιάνω μια σακούλα. Την βγάζω έξω κι ήταν σφραγισμένη όλη η έκδοση των πρώτων ελληνικών ευρώ, από το δυο χιλιάδες κάτι. "Λες να'χουν καμιά αξία; Σιγά μην έχουν" αποφάσισα και βάζω το χέρι πιο βαθιά κι αγγίζω μικρό βελούδινο κουτί. Το τραβάω έξω κι αυτό σαν ψαράς, το ανοίγω και τι να δω; Ε, ναι, λοιπόν. Κατάλαβες; Μετά από δεκαπέντε χρόνια μπροστά μου, η απάντηση στην απορία του ονείρου μου. Αν είναι δυνατόν; Γίνονται αυτά τα πράγματα, σε λογικούς ανθρώπους και δεν ξέρουν πως να τα εξηγήσουν. Τη μια να τα βλέπεις στον ύπνο σου και να τα θυμάσαι μετά από δεκαπέντε χρόνια και την ίδια μέρα να τα βρίσκεις φάντη-μπαστούνι, τυχαία μπροστά σου. Δε γίνονται αυτά. Απλά θυμήθηκα τα σκουλαρίκια στον ύπνο μου και εξ'αιτίας τους θυμήθηκα και την κρυψώνα σου.

Tuesday, November 13, 2018

Το Βιβλίο Κόλαση

Ξύπνησα με μία ακατάσχετη και αδηφάγα διάθεση να ξαναπιάσω στα χέρια μου το "Βιβλίο Κόλαση" του Φραμπέτι, που είχα διαβάσει Τότε π.Κ. -προ Κολάσεως- και έκτοτε στριφογυρίζω στους εννέα κύκλους της, χωρίς ούτε διάλειμμα για σάντουιτσ. Κάποιο όνειρο που είδα ίσως να ήταν η αφορμή για αυτή την αφύπνιση. Μπορεί ο καμμένος Παραδεισος της Καλιφόρνια να πυροδότησε την ειδική σύναψη, την ώρα που η κυρία Συνειδητότητα καθάριζε με την ηλεκτρική τους διαδρόμους των νευρώνων μου.
Η συνειδητοποίηση ότι δεν το βρίσκω πουθενά το βιβλίο, με αποδιοργάνωσε σοβαρά. Μα καλά, πόσα βιβλία έχω και δεν το ήξερα; Ανακάλυψα χαμένες πατρίδες. Και το σημαντικότερο: βλέπω πόσους τίτλους δεν έχω καν διαβάσει. Φρίκη. Δεκάδες επί δεκάδων βιβλία στιβαγμένα, ανέγγιχτα, με παρθένες ραφές. Δεν προλαβαίνω - με μαθηματική ακρίβεια- να τα διαβάσω όλα σε μια ζωή και δη τσουρούτικη, άρα πρέπει να κατηγοριοποιήσω και να τακτοποιήσω, με κριτήριο την σημαντικότητα. Αυτό θέλει ακόμα περισσότερο χρόνο, γιατί το βιβλίο που μου ήταν σημαντικό να το κατακτήσω το 2007, χωρίς να μπω στη διαδικασία να συσχετιστώ μαζί του από τη στιγμή που το σπίτωσα, έχει σίγουρα μαραζώσει μέχρι σήμερα. Ξαναζεσταμένο φαί. Ή και όχι.
Χάος. Άνω-κάτω τα ράφια του σπιτιού, από τη βιβλιοθήκη του σαλονιού, μέχρι του υπνοδωματίου. Το Βιβλίο Κόλαση τελικά ανακαλύπτεται σε δεύτερο πλάνο, κρυμμένο διακριτικά πίσω από άλλα, μη διαβασμένα. Θα 'θελα να είναι έτσι. Τα διαβασμένα να παροπλίζονται και να δίνουν τη θέση τους στα αδιάβαστα, σε μία τακτοποιημένη προβλέψιμη και δίκαιη ακολουθία που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα, γιατί εγώ τώρα θέλω να ξαναζήσω το Βιβλίο Κόλαση, ενόσω με κοιτάζουν στα μάτια, οι πολύπαθες και αδικημένες Ιστορίες από την Κολιμά.
Χτυπά το τηλέφωνο και είσαι εσύ που ήρθες και μου ανοίχτηκες σαν ολοκαίνουργιο βιβλίο, πρόσφατα. Σου λέω με τη διαδικασία του κατεπείγοντως "πάρε το Βιβλίο Κόλαση, αν κυκλοφορεί ακόμα" και σου εξηγώ με πόσο ασίγαστο πάθος για τις σελίδες του ξύπνησα σήμερα το πρωί. Σε κλείνω βιαστικά, για να μη χαθεί το μομέντουμ και κοιτάω τα άδεια χέρια μου. Κόλαση! Που το έβαλα η αφηρημένη; Το βρήκα και το έχασα δυο στιγμές μετά, μέσα στο αλάφιασμά μου. Παίρνω σβάρνα όλο το σπίτι και ένα-ένα τα ράφια. Κι' άλλα αδιάβαστα ανακαλύπτω. Στα όρια του πανικού, πλέον και πουθενά το αντικείμενο του πόθου μου.
Μια ώρα στροβιλίζομαι, σα ζαλασμένη σβούρα και η αναζήτησε φέρνει αποτέλεσμα  μηδέν εις το πηλίκο. Το Βιβλίο Κόλαση ξανακρύφτηκε στη χώρα μακριά από το οπτικό μου πεδίο. Μπορεί ασυνείδητα να το έκρυψα εγώ, για να τιμήσω το όνομά του. Μπορεί να κρύφτηκε από μόνο του, για να επιβεβαιωσει τον τίτλο του.
Αποφάσισα να μη διαβάσω κανένα βιβλίο πάλι σήμερα, γιατί αυτή τη φορά όλα θα είναι Κόλαση, αλλά όχι η αυθεντική. Μια αιτιατή, ίσως, ανθυποαναπληρωματική.


Υ.γ. Το Βιβλίο Κόλαση θα βρεθεί σε ύστερο χρόνο στην κατάψηξη, άγνωστο αν βρέθηκε εκεί από καθαρή του βούληση, ή από χέρι ανόητου.

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna