Saturday, February 25, 2012

in line

Our eyes locked for a minute, as we were both waiting in the super market line for cheese. I recognized you immediately. I can never forget a face. Especially your face. I felt embarrassed for my looks, the worn-out sweats, the glasses and the untidy hair, looking unattractive, hopefully invisible. I really wish that you did not recognize me in this unattractive state, but I noticed you noticed me. I felt it. the fleeting moment our four irises formed the two parallel strings of thoughts. Your expression concealed some kind of resentment or disapproval. I was sure you gave me the ‘is that what you are all about?’ look. That is why I suddenly became so self-conscious about my scruffy appearance and felt this shrinking, loser feeling, even though the immediate turning away of your head made me wonder if you recognized me at all. After all, you have only seen me once, very briefly, when we were introduced hurriedly in the middle of the street. And I have rarely met someone like me who will never forget a face. So you probably did not recognize me at all and the resentment I spotted in your look could be a generic resentment. The disapproval any one would feel at the sight of an unpleasant presence, I second-guessed. It was definitely not the bitter resentment of a woman who sees the other woman with whom her husband has always been in love and was enjoying passionate sex just the other day -during the late office hours he told you he had to spend with a client in need of an urgent session- whispering in her ear that he was ready to finally leave his wife in pursuit of true happiness. A promise that both you and me know well that is not going to materialize, ever. Come to think of it again, maybe for that reason, your resentment was a reaction to my resentment! Maybe it was I who triggered that look on your face and not my worn-out looks. Maybe It was the bitter look I gave you first, without realizing it, but by momentarily realizing that even though he has always sworn that I am the woman of his life, at the end of the day he will always enjoy watching a movie with you and enjoying his favorite Cabernet with the very same cheese that you are now about to buy, as you are waiting in the same line with me, in the super market.


One day you wake up,
no more coffe in the cupboard,
or no more milk for the coffee, which is the same thing for you,
since you cannot drink your coffee black,
and you know from early on how ruined the rest of your day will be,
because it is so hard for you to wake up without a hot cup of coffee.
One day you wake up,
no more warm body next to you
and the sheets are a menacing and cold territory at the dark side of
the bed which now seems so big and half useless.
One day you wake up,
no more teenager to fight with, first thing in the morning,
and that is hard to get used to not having after so many years of waking up
at six thirty and making breakfast with eyes closed,
but it also has an eery sense of uncultivated freedom,
like having to deal with an abandoned vineyard that has been passed on to you
by a relative who passed away.
One day you wake up,
no more waiting to make that trip a reality
and you stumble out of bed with an unprecedented urgency to buy tickets
and go there by yourself instead of waiting for someone to make it come true for you,
but you chicken out by mid-day.
One day you wake up feeling pain in your body and want to stay in bed,
wishing you were young and healthy and light-hearted
and not having to think so much and so hard all the time,
wishing you were a doer, not a thinker.
One day, you wake up
no more.

Friday, February 24, 2012


κι άδειασμα
ξανά και ξανά και
ο φάυλος κύκλος της επανάληψης
σταματά πάντα
σε αδιέξοδο
εννιαίο και συμπαγές

this life

την επόμενη φορά
που θα υπόσχεσαι
να φοράς αλεξίσφαιρο.

Monday, February 20, 2012


To Nαύπλιο είναι πανέμορφα θλιμμένο και θλιβερά πανέμορφο. Τη βαριά θλίψη την αναγνωρίζεις  στις παρακμιακές αποκριάτικες μάσκες που στολίζουν τους στήλους της ΔΕΗ, στους άδειους του δρόμους, στα μάτια του νεαρού σερβιτόρου και της αγέλαστης, αλλά πολύ ευγενικής ταβερνιάρισσας που ανάβει την ξυλόσομπα μόλις μπαίνουμε μέσα στο άδειο της μαγαζί - εμείς, οι πρώτοι πελάτες της βραδυάς και πιθανά οι τελευταίοι. Νιώσαμε τύψεις που μπήκαμε εκεί κι όχι στο διπλανό του, αλλά είναι τόσα τα άδεια καταστήματα που θα έπρεπε να φάμε χωριστά, ο καθένας σε διαφορετικό, για να νιώσουμε ότι κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε. "Η πόλη μας στηρίζεται στην Αθήνα του Σαββατοκύριακου" μας είπε ένας από τους απεγνωσμένους καταστηματάρχες. Καταλαβαίνεις, η Αθήνα πια δεν μπορεί...Στην ταβέρνα ο κατάλογος έχει τυπωμένη κατά λάθος μια μοιραία αλήθεια, που άλλοτε θα μέ έκανε να γελάσω, τώρα όμως που τη βλέπω, σα να δακρύζω. Σκουπίδι γίναμε, σκουπίδι νιώθουμε. Σωστά γράφει το μενού "garbage-carrot", για να μην ξεχνιόμαστε. Συμβολισμούς θλίψης και πένθους αναγνωρίζεις παντού. Εστιατόριον "Η Ελλάς", το πρώτο παραδοσιακό μαγέρικο της πόλης, με χρωματιστά πλακάκια στο πάτωμα, σαν τη κουζίνα του πατρικού της γιαγιάς. Κλειστόν, μετά από 100 χρόνια. Κλειστόν μέχρι νεωτέρας και το μαγαζί με την ελληνικη σημαία να κυμματίζει απ' εξω. Το νεοανακαινισμένο ξενοδοχείο έχει λουκέτο στις γυάλινες πόρτες του και μέσα διακρίνεις τον υπαρκτό σουρεαλισμό σε στρωμμένο τραπέζι με ένα μπουκάλι κρασί και δυο ποτήρια. Ποιος ξέρει από πότε και γιατί. Ο εορτασμός πάντως, αναβάλλεται επ'αορίστω. Στο μικρό καφέ της κυρίας Ιωάννας που έσφιζε απο κόσμο με τα live του ρεμπέτικα δεν έχει πελάτες κι ας είναι Σάββατο βράδυ. Οι δυο οργανοπαίκτες παίζουν μόνοι τους το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Αυτές τις απόκριες όλοι νιώθουμε μασκαράδες. Δε χρειάζεται να ντυθεί τίποτα κανείς. Απ' άκρη σ'άκρη στην πόλη οι τοίχοι είναι καλυμμένοι με μουτζούρες. Απαύγασμα όλων τους το απόφθεγμα "είμαστε καλλιτέχνες, όχι βάνδαλοι". Όλη η ψυχοπαθολογία εντοπισμένη ολόκληρη σε έναν και μόνο τοίχο. Τόση απόγνωση, τόση εγκατάλειψη και τόση ομορφιά μαζί, πουθενά...

μέχρι νεωτέρας

προσεχώς σκουπίδια

πανσέληνος στης Ιωάννας;

οξεία μωρία


θεία γεωμετρία

οι κάκτοι που πληγώναμε



Wednesday, February 15, 2012

από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με έπιαναν ξαφνικά κλάμματα 
στη θέα του λαχειοπώλη που κρατούσε το κοντάρι με τα λάχεια, του καστανά με τα κομμένα γάντια και στο άκουσμα του 'μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα, βρέχει ο θεός και θα βραχείς'.
Δε θα επιβιώσω, λες;

Tuesday, February 14, 2012

ακαριαία ύπαρξη

Η στιγμιαία 
ασημαντότητα της συνειδητότητας.
Ασταμάτητα αναβοσβήνουν τα ανθρώπινα οράματα μεγαλείου.
Σκάνε σαν πυροτεχνήματα και σπάνε σα σαπουνόφουσκες.

Η πέτρα
πάνω στην οποία κάθεσαι θα φιλοξενήσει και 
τις μελλοντικές μεταλλάξεις των βλαττοειδών
όταν θα έχουν κυριεύσει τον κόσμο,

αμετάβλητη, ακίνητη, αθάνατη.

Monday, February 13, 2012


Η θεία Λιλή είναι εγκλωβισμένη στο ασανσέρ της ανάληψης, 
Σε κατάσταση μεταφυσικής κλειστοφοβίας. 
Η ανάπαυσή της προωθείται μέχρι νεωτέρας εντολής. 
Κατόπιν απεμπλοκής του διαύλου. 
Δεν αναδύουν προς το παρόν κανέναν άλλον από εδώ. 
Ακόμα και οι δικοί μας, καταδικοί μας νεκροί, 
Μας εγκαταλείπουν στον ύπνο μας διακριτικά. 
Μας, μας, μας και μας. Νά' το!

4 εγωικά στη σειρά φτιάχνουν το τέλειο αδιέξοδο.

Sunday, February 05, 2012


Να σου ζητήσει να του κρατάς το χέρι άνθρωπος που τελειώνει είναι μια από τις λίγες υπερβατικές και μεταφυσικές εμπειρίες της ζωής. Όλοι τρέχουν ευχαρίστως να γίνουν κουμπάροι. Το θεωρούν μεγάλη τιμή  να παντρεύουν και να βαφτίζουν, αλλά να γίνουν ψυχοπομποί; Τι 'ναι αυτό; Δεν υπάρχει, δεν αντέχεται, είναι βαρύ, απόκοσμο, τρομακτικό, δεν το σηκώνει η 'ευαισθησία' τους. Μακριά απ' αυτούς! Οι περισσότεροι υπεκευφεύγουν και ξεγλυστρούν κάτω από το ασήκωτο βάρος μιας τέτοιας 'ευθύνης'. Κι όμως, είναι η μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να δεχτεί και η κορυφαία καλοσύνη που μπορεί να κάνει άνθρωπος. Το κράτημα του χεριού την ύστατη ώρα, τη στιγμή που κάποιος αγαπημένος αφήνει πίσω όσα ξέρει και βρίσκεται αντιμέτωπος με το άγνωστο. Όποιος λέει ότι δεν μπορεί να σταθεί έτσι δίπλα, δε γνωρίζει ούτε τις δυνάμεις του, ούτε έχει ποτέ περπατήσει πέρα από τα σύνορα του 'εγώ' του. Είναι άχρηστος στην πιο -εν δυνάμει- χρήσιμη στιγμή της οντότητάς του. Τη μοναδική ίσως στιγμή που υπάρχει πέρα από τον εαυτό αποκλειστικά και μόνο για τον άλλον.

Το τηλέφωνο με αιφνιδίασε πρωί-πρωί σήμερα και το απάντησα με ταχυκαρδία.  "Ελα, σε ζητάει, φεύγει...". Η πρώτη συναισθηματική αντίδραση σωματοποιήθηκε αμέσως. Άρχισε ένας νευρικός βήχας και μια δυσκολία στην αναπνοή. "Δε νομίζω ότι μπορώ, δεν είμαι καλά" είπα στον Γ. "Αν δεν αντέχεις, μην πας", μου είπε και τότε ήταν που θύμωσα με τον εαυτό μου πρώτα και μ' εκείνον μετά. "Τι δεν κατάλαβες νούμερο;" είπα στον ευατό μου "ΦΕΥ-ΓΕΙ, αυτό είναι, ή τώρα ή ποτέ!". Σηκώθηκα άρον-άρον, ντύθηκα όπως-όπως και έφυγα τρέχοντας, πανικόβλητη. "Τι θα κάνω, τι θα πω, τι λένε σε τέτοιες στιγμές, θα μπορέσω; Θα μπορέσεις, άχρηστη! Ξεκουβάλα!".

Ο δρόμος ήταν άδειος, Κυριακάτικου πρωινού νωχέλια και απραξία. 'Εφτασα στο πολυτεχνείο σε 10 λεπτά. Πάρκαρα ακριβώς απέξω και ανέβηκα τους 5 ορόφους τρέχοντας, απνευστί. Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό και μύριζε σπίτι, όχι θάνατο. Μπούρδες για να φοβόμαστε είναι αυτά. Δε μυρίζει το επερχόμενο τέλος. Όλα μαζεμένα και τακτικά τα βρήκα, σαν να συνεχίζεται η ζωή. Χωρίς να το σκεφτώ καθόλου μπήκα στο υπνοδωμάτιο. Ένα γλυκό φως παντού διαχέετο από τα μισάνοιχτα πατζούρια. Ήταν ζεστή η ατμόσφαιρα και ήρεμη. Μόνο η 'ανάσα' του μηχανήματος για το οξυγόνο ακουγόταν. Εκείνη, ξαπλωμένη, υπερβατικά όμορφη σαν ιδεά, ακίνητη και αθόρυβη, άνοιξε με δυσκολία τα μάτια της και με κοίταξε με αγωνία ανάμικτη με εφησυχασμό. ''Ηρθες' ψέλλισε και ξαφνικά ένιωσα πολύ δυνατή, σα να πήρα κάποια έγκριση να προχωρήσω. Την πλησίασα, τράβηξα μια καρέκλα, έκατσα δίπλα της και πήρα το παγωμένο, σα χειμωνιάτικο κλαράκι χεράκι της μέσα στο δικό μου. 'Ήρθα και μην ανησυχείς για τίποτα'. Ψέμματα ήταν, αλλά από εκείνα που είναι χίλιες φορές καλύτερα από οποιαδήποτε αλήθεια και ήμουν έτοιμη να πω πολλά ακόμα. Όσα πολλά χρειαζόταν εκείνη να ακούσει. Η θρησκεία τη βοηθούσε πάντα και τώρα περισσότερο από ποτέ. Μου ζήτησε να της μιλήσω για όλους αυτούς που έφυγαν και που θα πάει να βρει, τους δικούς της που την περιμένουν. Ποια είμαι εγώ να μην ενισχύσω αυτή την άποψη που της κατευνάζει τον υπέρτατο υπαρξιακό της φόβο; Σα μικρός θεός της μίλησα παρηγορητικά κι εκείνη άκουγε με κατάνυξη. Θέλεις δε θέλεις, πιστεύεις δεν πειστεύεις, θεός καλείσαι να γίνεις τέτοιες στιγμές για τον άλλον και τίποτα λιγότερο. Μετά από ώρα αποκοιμήθηκε ήρεμα. Ενιωσα ευτυχία που μπόρεσα με το άγγιγμα και τα λόγια μου να την κάνω να μη νιώθει εντελώς, μα εντελώς μόνη της. Ελπίζω να φύγει στον ύπνο της, χωρίς να καταλάβει τίποτα. Είχε μέρες να κοιμηθεί από τον τρόμο του θανάτου...

Τρέχουμε να προλάβουμε διωρίες για να είμαστε εμπρόσθεσμοι και αποδεκτοί, προσπαθούμε να πετύχουμε στόχους για να θεωρούμαστε αξιόλογοι, εξυπηρετούμε σκοπούς για να επιβραβευθούμε, αγαπάμε και περιμένουμε αντίστοιχα να αγαπηθούμε, νομίζουμε ότι αγαπάμε για να μη νιώθουμε μόνοι, συμπαραστεκόμαστε αυθεντικά ή συμβουλεύουμε για να είμαστε αρεστοί και να δημιουργούμε εξαρτήσεις, λέμε φιλοσοφίες για να μας θαυμάζουν ή για να αυτοθαυμαστούμε, βοηθάμε ανιδιοτελώς περιμένοντας μια απλή αναγνώριση ή βοηθάμε με ιδιοτέλεια περιμένοντας αντίστοιχη βοήθεια όταν χρειαστεί...Όλα όσα κάνουμε, μικρά και μεγάλα, λίγο ως πολύ γίνονται με μέτρο και σημείο αναφοράς το 'εγώ' μας.

Το πιο υπερβατικό και συνάμα πιο ανθρώπινο πράγμα που μπορεί να κάνει όμως κανείς, είναι να κρατήσει το χέρι αγαπημένου που φεύγει. Είναι η πιο σημαντική βοήθεια χωρίς  αντάλλαγμα, στη στιγμή της κορυφαίας υπαρξιακής αγωνίας. Εδώ δε χωράει το 'εγώ', παρά μόνο το 'εσύ' που βαίνει προς το 'τίποτα'. Και ως γνωστόν κανείς δεν μπορεί να περιμένει κάτι από το 'τίποτα'.
Σε αυτή την ώρα που καλείσαι να υπερβείς τα βατά και διαχειρήσιμα, να συναισθανθείς και να αυτοσχεδιάσεις a prima vista απέναντι στη Νο1 αγωνία της ύπαρξης, αν δηλώνεις αδυναμία να το κάνεις, τότε δεν έχεις πάρει ακόμα τίποτα χαμπάρι. Είσαι νεοσσός και θες τάισμα στο στόμα. Αν πάλι λες ότι δεν θα το κάνεις απλά και μόνο γιατί δε θέλεις να ταράξεις τους ομόκεντρους κύκλους σου, τότε δε θέλω να σε ξέρω. Σε βαριέμαι εν ζωή και θα είσαι αχρείαστος και στο θάνατο.


Στον μείον ένα κάποιοι παγώνουν.
Μετρούν κινήσεις κι αναπνοές.
Δε νιώθουν πια τα άκρα.
Στις μετριότητες καταφεύγουν για επιβίωση.
Στο μείον ένα γίνονται όλα ένα,
μετά το χειμώνα, καπάκι άλλος χειμώνας ολόιδιος,
μέχρι που δεν ξεχωρίζουν πια ούτε χειμώνες μεταξύ τους
ούτε άνθρωποι από χειμώνες.
Γίνονται όλοι ένας x-μόνος.
Όσο κι αν το μελέτησα,
δεν προετοιμάστηκα ποτέ
για το κρύο που θα έκανε
στο μείον εσένα
πόσο αδυσώπητο είναι το μη ον 1.

Friday, February 03, 2012

ειδικά ο ήλιος από μια κλωστή κρέμεται.


My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna