Sunday, April 26, 2015

2h walk

 the neighborhood. With the patina of time (that is so much Roman and so utterly dignified) and the patchworks of different tones of terra-cotta. Always a terrazza on the top to remind you the one in 'La Grande Belezza". Do not look down though. There is garbage everywhere.

A beautiful, ten meter eucalyptus tree with a trunk as white as old bone, in the middle of one of the innumerable parks, also full of garbage. I will never forgive the Romans.

A classy local caffe that becomes the pitstop for caffeine and alcohol and a bite of something delicious. Hope is looking to you in the eye. Give him a bite and he will guard in return the area from trespassers. No? You can't blame a do for trying.

The bills that are too photogenic and they do not stop to amaze me. In Athens, a delicious sandwich, a beer and a coffee would cost double, at least. I will never forget the Greeks.

The painting that are on the ceilings of all the buildings, in the manner of Michelangelo. Some habits die last.

A little piazza from the beginning of 19th century that feels like a baroque hallucination in a Disneyland for grown ups. Real people live here. Really. They do.

Just another entrance of a four story apartment building. What's to see here?

Yes. Just like paintings, chandeliers overflow the houses and can be seen decorating the streets, everywhere.

Just another passageway, nothing to write home about.

A street market of all things old, new, artisan, second hand, edible. From white truffle paste, to hundred year old antique furniture, to the most amazing new hand-made suede bag I have ever seen in my lifetime. I left it behind with a pain in the heart.

An old, run-down villa hiding behind rich foliage, in the middle of an enormous public park. And as you think that it is nowadays uninhabited and abandoned, you notice curtains hanging on the open window and a table with four chairs placed in the middle of its overgrown garden. A scene from "Great Expectations" a la romana.

Arcadic gazebo, in the middle of a mystical park. The unicorn is late in yet another scene of lyrical overload.

An cunning old guy photo shooting an innocent young girl, or a photographer and his model at work.

'Dejeuner sur l' herbe', large scale. VERY large.

One block complex with gardens. Originally a nunnery, now a nunnery and an old people's home at the same time, where the nuns are practicing their ideals and are true to their beliefs. One would hope that this will give a nice idea to some greek orthodox counterparts in times of crisis.

All this and much more fit into a two hour walk in the city.  Maybe the most beautiful city in the world, whose beauty its permanent inhabitants seem to take so much for granted, that they do not think twice before filling the generous public spaces with trash.

P.S. Romans, except garbage bins, they also don't appear to use much their turn signals. Just so you know.

Thursday, April 23, 2015


Ένα σύμφωνο φαλτσέτα,
Άκρως επιθετικό και αιχμηρό,
Να καρφώνεται χωρίς μεταμέλεια.
Ένα αδιαπέραστο φράγμα στην
Ελεύθερη κυκλοφορία της μνήμης.
Σκέπη εκκλησίας που κουκουλώνει
Αναίσχυντες λειτουργίες.
Ένα σύμφωνο-συμφωνία που
Συνωμότες μυστικά κλείνουν
ερήμην μας
Για να διαλύει ό,τι δεν πρέπει να ξεχνιέται
και να μας στερεί όλα σε όσα πιστεύουμε.

Tuesday, April 21, 2015


"Έχεις πολύ όμορφο χαμόγελο."
Κοιτώ δίπλα μου στην ουρά του ταμείου και βλέπω σειρά από μαργαριταρένια δόντια που ανήκουν σε μια γυναίκα γύρω στα σαράντα με χίλιες φορές πιο υπέροχο χαμόγελο από το δικό μου. Φορά στρατιωτικό μπουφάν και ένα ζευγάρι μεγάλα σκουλαρίκια σε σχήμα ημισελήνου. Είμαι αμήχανη. Από άντρα θα περίμενα μια τέτοια φιλοφρόνηση και θα την απέκρουα με ένα ψελιασμένο 'ευχαριστώ', γυρίζοντας την πλάτη. Η γυναίκα συνεχίζει να μου μιλά κοιτώντας με κατάματα.
"Σε πρόσεξα που χαμογέλασες στην κυρία που σε έσπρωξε κατα λάθος και μου έκανες εντύπωση. Πως σε λένε;"
"Μαρία, της αποκρίνομαι ξεψυχισμένα, με ακόμα μεγαλύτερη αμηχανία, σα να μου είχε ζητήσει να ξεκουμπώσω τη μπλούζα μου. "Εσενα;" της αποκρίνομαι αταβιστικά από ευγένεια μάλλον, νιώθωντας ταυτόχρονα ότι μόλις έκανα κάτι παράνομο.
"Κι εμένα Μαρία με λένε!" λέει με ενθουσιασμό, σα να συνάντησε τη χαμένη της αδερφή. Ο ταμίας γύρισε και μας κοίταξε με φρύδια σμιχτά που υποδήλωναν υποψία. Ντράπηκα και αρχίζω να στιβάζω τα πράγματά μου πάνω στη λωριδα. Η γυναίκα συνεχίζει να με κοιτάζει και να επιμένει να επικοινωνεί μαζί μου, σχεδόν εκβιαστικά.
"Γεννήθηκα στην Αυστραλία, αλλά οι γονείς μου είναι έλληνες και ήρθαμε Αθήνα το δύο χιλιάδες. Ήθελαν να γεράσουν στην πατρίδα τους. Από τότε μένω εδώ. Τι δουλειά κάνεις;" Παραβίαση προσωπικών δεδομένων, σκέφτομαι. Απαντώ κάτι άσχετο, λες και την σκαπουλάριζα από την εθνική υπηρεσία ασφαλείας.
"Εγώ φτιάχνω κοσμήματα. Να, αυτά είναι δικά μου" λέει, δείχνοντάς μου ενθουσιωδώς τα σκουλαρίκια της. Χαλαρώνω. Καλλιτέχνις. Αλήθεια λέει. Μάλλον θέλει να μου πουλήσει, υποθέτω.
"Αλήθεια με τράβηξε το χαμόγελό σου. Είναι αληθινό. Φαίνεσαι καλός άνθρωπος."
" Είμαι καλός άνθρωπος" της απαντώ αυθόρμητα πάλι, σα συνήγορος της παρεξηγημένης αλήθειας μου, επικροτώντας τη δική της αυθαίρετή ανακάλυψη. Πληρώνω τον περίεργο και καχύποπτο ταμία και χώνω τα πράγματα στη σακούλα. Δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω ή να πω, οπότε παίρνω τα ψώνια για να φύγω. Κάπως πρέπει να κλείσει αυτή η περίεργη επικοινωνία.
"Σε ευχαριστώ" της λέω.
"Κι εγώ" μου ανταποδίδει, με ένα πλατύ χαμόγελο όλο όμορφα μάτια, αυτή τη φορά. "Χάρηκα" αποκρίνομαι μηχανικά και αμήχανα. Εκείνη με πλησιάζει και μου δίνει ένα σκαστό φιλί στο μάγουλο.
"Να χαίρεσαι κάθε στιγμή και να είσαι πάντα καλά" μου αποκρίνεται πριν γυρίσει να πληρωσει τον ταμία και να περάσει στην επόμενη ενότητα της μέρας της, που ποτέ δε θα μαθω ποια είναι.
Βάζω τα ψώνια στο πόρτ-μπαγκάζ και κάθομαι για λίγο ακίνητη στη θέση του οδηγού αναλογιζόμενη γιατί αισθάνομαι τόσο καλά και άσχημα, σα γλυκόξινο χοιρινό. Τα βάζω κάτω: τα ψώνια κόστισαν είκοσι ευρώ, η αναπάντεχη επαφή, τίποτα. Δεν ήθελε απο μενα τίποτα. Δωρεάν χαρά πήρα, στο σούπερ-μάρκετ, χωρίς κουπόνια.

Sunday, April 05, 2015

Collective Consciousness

She is the White Goddess, the Queen of Spades, the High Priestess.
The early female in the light floral dress.
The ageless portrait on canvas of a thousand births old,
With the face in the mirror carrying still baby fold.

She smokes like there is no tomorrow
Drowns in whiskey all her sorrow
-Mostly regrets- that night on the beach with some boy (denies the rest)
And flips 'less is more' into a convenient 'more or less'.

Naked dancing to loud music and forgetting to lock doors,
Leaving plates on the sink and postponing to sweep floors.
At her inaugural show she presents us her sore,
Cinderella ball pink spotted red, 'mess is more'.

Yet, she drows random lines that endorse all the world
A twenty year old augur at the spring of her word.
A high on dope Priestess, who is still growing breasts,
This blossoming woman, in whose bossom whys rest.

She is the heart of alive and still part of the whole,
The envoy of a rise and the precog of fall.
She transcends anytime through her 'id's' revolving door
And still throws nonchallantly cigarette ashes on the floor.

Saturday, April 04, 2015


Evolution, in a nutshell, may I say
is about every fruit scheming against decay.
One cannot pretend that is able
to protect herself from being perishable.
After all, quadripeds turned to biped gangs
just to look out and escape the predator fangs.
Bats too, developed sonars to watch their back
and thrive in the ultimate safety of pitch black.

Can one ensure that error after error,
and for each sigh of survival after terror,
the next right thing done is valuable enough
to secure a future for more failure and bluff?

With droplets of luck and abundance of drive,
you should be having already in line
the next concept that'll keep you alive
as the ink of your last one is drying.


My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna