Thursday, December 27, 2018

Εκείνη, φτιαγμένη, καλοντυμένη και βαμμένη διακριτικά, με αέρα καλοαναθρεμένης και  μορφωμένης. Εκείνος, μουστακαλής και νταής παίζει αριστοτεχνικά το μπεγλέρι σαν επαγγελματίας ζογκλέρ. Κάθονται απέναντι στο ίδιο τραπέζι, με ένα φλυτζάνι ο καθένας μπροστά του για να γεμίζει το αμήχανο κενό ανάμεσά τους. Αυτός, προς Πειραιά μεριά ατενίζει. Η άλλη, προς Κηφισιά, σαν αντίθετοι συρμοί. Αναρωτιέσαι τι δουλειά έχουν μαζί. Κακό συνοικέσιο, όπου συναντούνται πρώτη και τελευταία φορά, ή το άλλο το συνηθισμένο, που ζούνε μαζί και πεθαίνουν σε χωριστά δωμάτια; Περιστέρια σουλατσάρουν γύρω από τα πόδια τους και τσακώνονται για ψίχουλα. Τα ίδα περιστέρια που  όταν μπαινοβγαίνουν στους θαλάμους του Ευαγγελισμού, για τους επισκέπτες είναι νοσογόνοι ιπτάμενοι αρουραίοι, ενώ για τους τρόφιμους, οιωνοί και ιεροί ψυχοπομποί.


Last time I checked, you were there.
Thousand of blinks ago, a day or so.
You were there.
I can still smell your face cream as
I kissed you goodbye and promised
To wake you up tomorrow morning.

Sunday, December 02, 2018

Φορούσες αυτά τα σκουλαρίκια που σου είχα χαρίσει και δεν τα έχω σκεφτεί από τότε που έφυγες. Ούτε ήθελα βασικά να τα ξαναδώ και δεν μου πέρασαν από το μυαλό καθόλου, δεκαπέντε χρόνια τώρα. Ούτε μία φορά δε μου έλειψαν, σου λέω, ούτε και τα έψαξα ποτέ. Ξεγραμμένα τα'χα. Αυτά τα σκουλαρίκια λοιπόν φορούσες και τα θυμήθηκα στον ύπνο μου. "Κοίτα να δεις τώρα, που τα'χα ξεχάσει, αλήθεια που να είναι άραγε;" σκέφτηκα κοιμώμενη και πήγε κι έκανε κακές σκέψεις το μυαλό μου, γιατί όταν τα πήρα όλα σου τα κοσμήματα με το κουτί τους, κανονικά θα έπρεπε να ήταν εκεί μεσα. Είχες και εκείνη την αντιπαθητική τη γυναίκα που σε βοηθούσε και δε μου γέμιζε ποτέ το μάτι. Κακές σκέψεις, εύκολες έκανα.
Την άλλη μέρα που καθάριζα θυμήθηκα, δεκαπέντε χρόνια μετά, την κρυψώνα που σε είχα δει να χρησιμοποιείς στο σκρήνιο, μια φορά όταν ήμουν παιδί. Έκατσα και λιγο από εδώ, λίγο από κεί κατάφερα να ξεσυρταρώσω το ξύλο και να αποκαλύψω τον κενό χώρο . Βάζω το χέρι μου μέσα βαθιά και πιάνω μια σακούλα. Την βγάζω έξω κι ήταν σφραγισμένη όλη η έκδοση των πρώτων ελληνικών ευρώ, από το δυο χιλιάδες κάτι. "Λες να'χουν καμιά αξία; Σιγά μην έχουν" αποφάσισα και βάζω το χέρι πιο βαθιά κι αγγίζω μικρό βελούδινο κουτί. Το τραβάω έξω κι αυτό σαν ψαράς, το ανοίγω και τι να δω; Ε, ναι, λοιπόν. Κατάλαβες; Μετά από δεκαπέντε χρόνια μπροστά μου, η απάντηση στην απορία του ονείρου μου. Αν είναι δυνατόν; Γίνονται αυτά τα πράγματα, σε λογικούς ανθρώπους και δεν ξέρουν πως να τα εξηγήσουν. Τη μια να τα βλέπεις στον ύπνο σου και να τα θυμάσαι μετά από δεκαπέντε χρόνια και την ίδια μέρα να τα βρίσκεις φάντη-μπαστούνι, τυχαία μπροστά σου. Δε γίνονται αυτά. Απλά θυμήθηκα τα σκουλαρίκια στον ύπνο μου και εξ'αιτίας τους θυμήθηκα και την κρυψώνα σου.

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna