Wednesday, March 06, 2019

Κόλυβα

Ζουμερό στάρι με ζάχαρή άχνη και ρόδι. Άπληστη, λάγνα απόλαυση, να τη γεύεσαι αχόρταγα και με τις δυο τις χούφτες και μετά ύπουλα να σου ξεσκίζει τα σωθικά από μέσα, σαν πένθος.

Sunday, March 03, 2019

3/3 forever

Sixteen years equal sixteen seconds, from the moment the trauma is inflicted to the visitation of Pain. 
Time is irrelevant in monumental loss, while healing is a wishful thinking.The dark gapping wound is there, pounding, all the time, like a flesh eating exotic flower craving for more of you.

Friday, January 11, 2019

Τόσο

Ο αντικαταστάτης Υπεύθυνου Καιρού και εποχικός υπάλληλος Εκτάκτων Καιρικών Φαινομένων πετούσε έξαλλος χιόνι με τους κουβάδες, εκδικούμενος τον εργοδότη του που έκανε Χριστουγενιάτικες διακοπές στις Μπαχάμες. Τέτοια λύσσα είχε η κακοκαιρία, εκείνη τη μέρα. Είχε καλύψει όλα τα χρώματα του κόσμου με εκείνο το άσπρο το αστραφτερά απάνθρωπο και εκτυφλωτικό, που χρειάζεσαι γυαλιά ηλίου ακόμα και τη νύχτα, για να μη στραβωθείς. Πληρώσαμε τον ταξιτζή τα δέοντα και κάτι παραπάνω, για να τον ευχαριστήσουμε που μας έφερε σώες στον προορισμό μας εν μέσω τέτοιας χιονοθύελλας. Καθώς μπαίναμε από το πολικό ψύχος στη θαλπωρή του κλειστού χώρου γεμάτου χνώτα, τα γυαλιά μου θόλωσαν και έχασα  εικόνα. Καθώς την αποκαταστούσα, παρατήρησα ότι στο αεροδρόμιο γινόταν το αδιαχώρητο. Πύργος της Βαβέλ. Όλες οι πτήσεις είχαν από δύο ώρες τουλάχιστον καθυστέρηση. Απόρησα βέβαια που υπήρχαν καν πτήσεις σε τέτοιο Αρμαγεδώνα, αλλά η Βοστώνη δε μασάει από χιόνια. Ξανασκέφτηκα τον ταξιτζή-ιππότη της ασφάλτου. Η Βίβιαν κι εγώ ήμασταν αποφασισμένες να περάσουμε γιορτές στα σπίτια μας, ακόμα και αν χρειαζόταν να φτάσουμε στο αεροδρόμιο με ναυλωμένα έλκυθρα που θα τα έσερναν χάσκι, ή ακόμα και με τα πόδια, αναλαμβανοντας εμείς τους ρόλους των χάσκι. Ήμουν η τελευταία από την παρέα, για να φύγει. Όλοι οι άλλοι είχαν ήδη γυρίσει πίσω και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μείνω μόνη στην άδεια φοιτητική εστία, παρέα με τους σκίουρους και τα παγωμένα μάρμαρα. Φοιτητομάνι είχε πλημμυρίσει όλες τις αίθουσες, εξαντλημένες φιδίσιες ουρές στα γκισέ, εκατοντάδες ζωντανά πτώματα στα πατώματα, περιμένοντας να τους αναστήσει μια ανακοίνωση. Εικοσιδύο Δεκεμβρίου και τα αεροδρόμια ήταν τα πιο πυκνοκατοικημένα σημεία του πλανήτη. Μετά από αρκετή ώρα ορθοστασίας βρήκαμε δυο τελευταιες καρέκλες στην καφετέρια, μαρκάροντας στενά από ώρα δύο τύπους που είχαν ζητήσει λογαριασμό, για να περιμένουμε τα φιρμάνια των δικών μας διαδρομών - η Βίβιαν για το Μαϊάμι και εγώ για την άλλη άκρη του κόσμου. Στο διπλανό μας τραπέζι, μια μικροκαμωμένη μελαχροινή ζωγράφιζε μετά μανίας με χρωματιστά παστέλ σε μικρό σημειωματάρι. Είχε τεράστια αμυγδαλωτά, σκοτεινά και αστραφτερά μάτια και δύο έντονα, συμμετρικά λακάκια στα μάγουλα. "Καλησπέρα" της λέω στα ελληνικά. Μη με ρωτάς γιατί στα ελληνικά, εν μεσω όλων των φυλών του Ισραήλ. Ήταν η μέρα πολύ φορτισμένη με σημάδια και προοπτικές και οι κεραίες μου έπιαναν Άρη. "Καλησπέρα!" μου απαντάει κι εκείνη. 'Δική μου, βέβαια!, σκέφτηκα. Την έλεγαν Αιμιλία, ήταν φοιτήτρια Καλών Τεχνών και εκείνη και περιμένε την ίδια πτήση για Αθήνα. Έπρεπε να είχα αγοράσει λαχείο, σκεπτόμενη αναδρομικά. Πιάσαμε κουβέντα, σαν να την είχαμε αφήσει από χθες. Πριν μπούμε στο αεροπλάνο, πήγαμε στο γκισέ και ζητήσαμε θέσεις διπλανές. Μετά από πολλά, όταν καθίσαμε και δέσαμε τις ζώνες μας είχαμε δέσει και τη φιλία μας. Αυτή η σχέση κράτησε τριάντα χρόνια σερί, με το "καλησπέρα" σας. Τις εννιά πρώτες ώρες γελάσαμε, μοιραστήκαμε όλα μας τα μυστικά μας κι αγαπηθήκαμε. Χωρίσαμε στην προσγείωση, για να ξαναβρεθούμε μετά ξανά και στις δύο ηπείρους, πολλές, πολλές φορές. Γίναμε μέλη και του κλειστού Boston group των 8.  Πολλά τα γλέντια και οι ανακάλύψεις μας...

Στην αίθουσα αναμονής, ο καθένας πια στην αγκαλιά της μάνας του και του πατέρα του και των αγαπημένων του. Φιλιά, λογοδιάρροια, λαμπιόνια και χριστουγενιάτικα στολίδια σε όλη τη διαδρομή από το Ελληνικό, να σπάνε όλα τα γιορτινά αγαπόμετρα. Μπαμπάς, μαμά, μετά από τόσους μήνες (ούτε σκάιπ, ούτε find my friends, ούτε messenger, μόνο γράμματα κι ένα τηλεφώνημα κάθε δέκα μέρες γιατί κόστιζε 100 δρχ/λεπτό). Με το που έμπαινα στο σπίτι, έκλεισα μάτια και πήρα βαθιά αναπνοή, να γεμίσει το μέσα μου με εκείνη την οικεία οσμή της εξ απαλών ονύχων ασφάλειας, της ανακατεμένης με τις μυρουδιές του Δεκέμβρη, ένα ποτ πουρί από σπιτικά μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δίπλες Ασημακόπουλου και φρεσκοκομμένο έλατο. "Δε θα ξαναφύγω, δε θα ξαναφύγω", έλεγα αληθινά στα ψέμματα, γιατί ήξερα ότι είχα γυρίσει στη χώρα του Ποτέ, μόνο για είκοσι μέρες. Δε θέλω να ξαναφύγω λεω και τώρα, που όλα είναι μόνο μνήμες... Νομίζω ότι όταν θα πεθαίνω και θα κάνω εκείνη την πολυδιαφημισμένη αναδρομή, αυτές οι σκηνές της επιστροφής θα είναι φαβορί για  Όσκαρ τίτλων τέλους.

Με το πρώτο βράδυ, ξεκινούσε το τεράστιο πάρτυ που κρατούσε μέχρι την επόμενη πτήση. Δε διαρκούσε ούτε δυο ώρες η επαφή με τους δικούς μου. "Πες μας τα νέα σου, πως πάει η σχολή, έδωσες όλα τα μαθήματα, πάχυνες, δεν τρως καλά, αδυνάτισες, δεν τρως καλά;" και πάνω στην επανασύνδεση αυτή, αρχίζανε τα τηλέφωνα να χτυπάνε ασταμάτητα. "Ήρθες;" "Να περάσω;", "Πότε θα περάσεις;", "Πάμε στο πάρτυ του Φάνη;" Οι φίλοι ήταν όλοι σε θέση εκκίνησης. Δεν προλάβαινα να ανοίξω βαλίτσα και ήμουν ήδη έξω από την πόρτα. Η μάνα, η καημένη, σε βουβή χαρμολύπη. Γιατί ο πατέρας ήταν πιο συμβιβασμένος με την ημαρμένη της απουσίας. Σιγά μην είχα τότε την ενσυναίσθηση να αφουγκραστώ, το βουβό κάλεσμα της μάνας. Τη λούζομαι τώρα όμως αυτή την 'αναλγησία', γιατί έχει η ζωή γυρίσματα, όπως έλεγε κι εκείνη...

 Η νυχτερινή ζωή της Αθήνας τότε ήταν σαν υφαίστειο με ζαχαρωτά, σε διαρκή έκρηξη. Οι κολλητοί έρχονταν σε επαφή με τους άλλους κολλητούς και οι νευρώνες του νυχτερινού ξεσαλώματος έμπαιναν στην πρίζα. "Απόψε έχει bora bora, έχουμε τραπέζι!", σου ανακοινώνε θριαμβευτικά η άλλη, στις 11 το βράδυ. Τρεχάτε ποδαράκια μας! Ντύσιμο 80'ς, μαλλί αλά Μαντόνα και ταχύτητες Σουπεργούμαν! Σου κορνάρουν από κάτω και ορμάς στη νύχτα με τις πιο άγρια αγνές διαθέσεις. Ποιο jetlag; Μας δουλεύετε; Είμαστε δεκαεννιά, βράζουμε και στο γόνατο όλα τα σφάζουμε! Στην πόρτα του club αν είχες γνωστό ήσουν αρχόντισσα. Αν σε θυμούνται κιόλας από πέρσι, ήσουν αυτοκράτειρα. Είναι πάντα μεγάλη η ουρά στο face control και κάνει και ψώφο. Τα μαγαζιά τότε σε διάλεγαν, δεν τα διάλεγες. Μεγάλο το τίμημα για να φτιάξεις αναμνήσεις, αλλά χαλάλι. Εμείς καταφέρναμε πάντα τον τάδε κολλητό και τον άλλο φίλο φίλου (όλη η Αθήνα ένα μεγάλο κλαμπ ήταν τότε) και μπαίναμε παντού πριν παγώσουν τα ακροδάχτυλα. Μέσα στην κρύπτη, χαμός. Κάπνα και θολούρα αγαπημένη και Last Christmas στα ηχεία, στη διαπασών. Ξέρω θα ξεράσεις, αλλά ήταν απαραίτητο χίτ της εποχής, φρέσκο τότε από τον φούρνο. Όποτε το ακούω, ακόμα και σήμερα, στιγμιαία ανασύρονται οι μνήμες από τις κρυψώνες τους. Δεν έβλεπες πέρα από τη μύτη σου στην υπόγα. Στο τραπέζι σε οδηγούσε η λατρεία της διασκέδασης, αφού διασταυρωνόσουν με δεκάδες γνώριμες φιγούρες που ξεπρόβαλλαν μπροστά σου ξαφνικά από την ομίχλη. "Ήρθες;!", "Ήρθα!". Πόσες τέτοιες ανταλλαγές εκπλήξεων μέχρι το μπουκάλι... Όλοι κάπνιζαν τότε. Μα όλοι... Μετά τη Bora Bora, σειρά είχε το Εργοστάσιο, για κάτι πιο υπερκινητικό. Έκσταση ήταν, δεν ήταν χορός αυτό. Κυκλοφορούσε ευρέως και το χημικό ecstasy τότε, αλλά το σνομπάραμε με την παρέα. Τέσσερεις το πρωί θα μας έβρισκες στην κρεαταγορά για πατσά. Την άλλη μέρα είχε μια επανάληψη, ή μια εορτατική διανυκτέρευση στην Αγία Μαρίνα, στο εξοχικό του Φάνη για την ανατολή. From dusk till dawn, δηλαδή. Περιμέναμε τον ήλιο να σκάσει μύτη εκεί με ποτά, μουσικές και έρωτες απρόσμενους. "Σε κοίταζε, "Μα, έχει έρθει με την Τάδε, την κολλητή του Δείνα!", "Ναι, αλλά εσένα καρφώνει", "Αποκλείεται, δες καλύτερα! Εσύ, μην καρφώνεσαι! Πιο διακριτικά" και άλλα τέτοια σοβαρά, ζωής και θανάτου. Αν ήσουν τυχερή, εκείνο το εικοσαήμερο έβρισκες και γκομενικό ενδιαφέρον, που πάντα έκανε τα πράγματα πιο εορταστικά και ραντίζε με περισσότερη χρυσόσκονη το ήδη βεβαρυμένο σε γκλίτερ σκηνικό.
Κάναμε μερικά τέτοια Χριστούγεννα στη ζωή μας, μετά κάναμε μεταπτυχιακά, σοβαρευτήκαμε, σνομπάραμε το παρελθόν, απορρίψαμε το Last Christmas, το χλευάσαμε, γίναμε πιο εναλλακτικοί, κάναμε σχέσεις, κάναμε καριέρες, κάναμε γάμους, κάναμε παιδιά, ξαναερωτευτήκαμε, βρήκαμε αδερφές ψυχές, βιώσαμε το απώγειο του ερωτικού μας εαυτού,  δημιουργήσαμε από την απώλειά του, αλλά....
Σαν τα Χριστούγεννα του Last  Christmas, δεν έχει αλλο σκηνικό για βραβείο αναδρομής. Μπορεί το δωμάτιο της συνάντησης με τον έρωτα της ζωής μου να μη θυμάμαι ακριβώς σε ποιο όροφο ήταν, αλλά τι ακριβώς φορούσα τη νύχτα της εικοστής τρίτης Δεκεμβρίου του χιλια εννιακόσια ογδόντα πέντε στο Rock and Roll, το θυμάμαι μέχρι τελευταίας παραμάνας, καρφίτσας και κομμένου γαντιού.






diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna